Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011



 ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ
ΤΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ

         
Οι 120 Έλληνες και Ξένοι Προπονητές Ποδοσφαίρου – Μπάσκετ – Στίβου που αγωνιούν και πάσχουν περισσότερο από όλους για το αποτέλεσμα και γράψανε την επιτυχημένη ιστορία του Παναθηναϊκού.

    Μια ειδική εργασία 
του 
Γιώργου Λιβέρη

Περισσότερο από τους αθλητές λατρεύουν το αποτέλεσμα οι προπονητές. Σκέπτονται, πασχίζουν, αγωνιούν, μόνο γι’ αυτό. Μοναδική επιδίωξή τους να επιτευχθεί. Ο τρόπος και το μέσο που θα γίνει αυτό αποτελεί την κυρίαρχη διάσταση. Τα υπόλοιπα έρχονται σε δεύτερη μοίρα.
Αναντίρρητα υπάρχει και το θέαμα. Αλλά αυτό έχει αξία υπό την προϋπόθεση ότι επιτυγχάνεται το ποθητό αποτέλεσμα. Είναι χωρίς ουσία ένα υπέροχο θέαμα με ένα αρνητικό αποτέλεσμα. Το γνωρίζουμε και τελικά το επικροτούμε όλοι. Αρνούμεθα να είμαστε φιλοθεάμονες, γίναμε οπαδοί. Αυτό ισχύει παγκόσμια, άσχετα εάν τα εκλεκτά ταλέντα του διεθνούς ποδοσφαιρικού ρεπερτορίου φθάνουν στο αποτέλεσμα μέσα από ένα θέαμα που έρχεται λόγω της μοναδικής επιδεξιότητάς τους και των ζογκλερικών ικανοτήτων τους.
Η αναφορά φυσικά για το Ποδόσφαιρο και το Μπάσκετ.



Οι προσπάθειες των ομάδων που επιχειρούν μέσα από τακτικές και αιφνιδιασμούς πρέπει να βγάζουν και θέαμα. Πολλές φορές επιτυγχάνεται. Τις περισσότερες όμως  παραχωρεί τη θέση του στη δυναμική του μονόδρομου που οδηγείστο αποτέλεσμα.

Αυτό διαπιστώνεται ευκολότερα στο Μπάσκετ όπου τώρα πλέον η (μη θεαματική) άμυνα έχει κυριαρχήσει
 στις τακτικές των ομάδων. Διότι αυτή κυρίως προσφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αλλά καταπονεί ιδιαίτερα τους παίκτες, οι οποίοι ενστικτωδώς αντιδρούν χρειαζόμενοι πίεση για να εφαρμόζουν αμυντικά συστήματα.
Αναγκαστικά αποδεκτοί οι νέοι μέθοδοι τακτικής από τους φιλάθλους. Περισσότερο από τους προπονητές που σταδιακά οδηγήθηκαν στο σημερινό αγωνιστικό μοντέλο. Παγκόσμια εκφραστική συνήθεια μετά την πλημμυρίδα των διαφόρων μορφών στοιχημάτων.
Θεός λοιπόν το αποτέλεσμα. Εκπρόσωποι, για την επίτευξή του, οι προπονητές. Πλέον επιτυχημένοι οι ικανοί να φέρνουν τους Παίκτες και τους Αθλητές σε πλεονεκτική θέση έναντι των αντιπάλων. Στην ιστορία του ο Παναθηναϊκός είχε περισσότερους από 120 προπονητές στο Ποδόσφαιρο, το Μπάσκετ και το Στίβο. Άλλους επιτυχημένους, άλλους όχι. Κάποιους με μακροχρόνιους δεσμούς, άλλους με ολιγοήμερες (!) σχέσεις. Θα προσπαθήσω να τους παρουσιάσω όλους. Κυρίως βέβαια τους επιτυχημένους, με κάποια σειρά αξιολόγησης. Με αντικειμενικά κατά το δυνατόν κριτήρια, αλλά και προσωπικά, από επηρεασμούς που δεν είναι δυνατόν να μην επιδρούν. Σε μια πορεία μεγαλύτερη των 60 ετών στους κόλπους του Αθλητισμού, όπου είχα πλήθος ευκαιριών να τους συναντήσω.

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ 61 (36 – 1 – 24)    
Το Ποδόσφαιρο δεν έχει μετάλλια σε μορφή Ολυμπιακών Αγώνων. Επομένως το αριθμητικό σχήμα 61, (36 – 1 – 24) εκφράζει κάτι διαφορετικό. Είναι ο συνολικός αριθμός των Προπονητών Ποδοσφαίρου στην ιστορία του Παναθηναϊκού, δηλαδή 61 με ανάλυση: Οι ξένοι που πέρασαν από τις τάξεις του (36) έναν που τον θεωρώ κατά το ήμισυ Έλληνα και κατά το υπόλοιπο ξένο και (και ας μη κρυβόμαστε) είναι ο Ελληνο – Αργεντινός Χουάν Ραμόν Ρότσα και τους 24 Έλληνες.
Ένας μεγάλος αριθμός Προπονητών για τα 103 χρόνια του Συλλόγου. Λιγότερο από 2 χρόνια παραμονή κατά μέσο όρο. Ακόμη και εάν θεωρήσουμε πως σε κάποιες περιπτώσεις συνεργάζοντο 2 – 3 μαζί, ή την ίδια χρονιά είχαμε αντικατάσταση με έναν υπηρεσιακό κ.λ.π. πάλι ο αριθμός είναι εντυπωσιακός. Αλλά ας μη ξεχνάμε. Ελλάδα είναι εδώ. Να τους δούμε λοιπόν.

ΟΙ 36 ΞΕΝΟΙ ΠΡΟΠΟΝΗΤΕΣ
Η προσπάθεια αξιολογικής σειράς είναι δύσκολη, αλλά με το χέρι στην καρδιά όχι αδύνατη.
ΦΕΡΕΝΣ ΠΟΥΣΚΑΣ (ΟΥΓΓΑΡΙΑ)   1970 – 74. 
 ΦΕΡΕΝΣ ΠΟΥΣΚΑΣ

Ακόμη και να μη τον πιστεύεις δεν μπορείς να μην του προσφέρεις την πρωτοκαθεδρία. Η επιτυχία του στην πορεία προς το Γουέμπλεϋ και το Μοντεβιδέο είναι συγκλονιστική (μοναδική για εκείνον και για μας) όπερ αποκαλυπτόμεθα. Ακόμη υπήρξε ο ηγέτης της περίφημης μαγυάρικης  ενδεκάδας, με θρυλικά αποτελέσματα. Το άγαλμά του οπωσδήποτε να κοσμήσει το νέο γήπεδο. Για τις επιτυχίες του στην Ουγγαρία ως παίκτης και στην Ελλάδα ως Προπονητής.
ΓΙΟΖΕΦ ΣΤΡΑΝΤΛ (ΑΥΣΤΡΙΑ) 1948 – 50. Κατ’ αρχήν σήμερα αναφέρεται ως Στραντ ενώ το όνομά του είναι Στραντλ. Ήταν η εποχή που το τρίο Ουγγαρία – Αυστρία – Γιουγκοσλαβία μεσουρανούσε στην Ευρώπη. Ο πρώτος που δίδαξε υψηλή τεχνική στη χώρα μας. Παρουσίασε την τακτική κυριαρχίας στο χώρο με τρίγωνα. Αιφνιδίαζε τους αντιπάλους με το σύστημά του και μας χάρισε τον πρώτο μεταπολεμικό τίτλο. Δεν υπήρξε μεγάλος παίκτης, αλλά μεγάλος δάσκαλος στην τότε Αυστρία των Μέλχιορ, Όστβιρκ, Στόγιασπαλ κ.λ.π. ισοδύναμη της Ουγγαρίας.
ΧΑΡΙ ΓΚΕΙΜ (ΑΓΓΛΙΑ) 1951 – 53 ΚΑΙ 1960 – 63.
 ΧΑΡΙ ΓΚΕΙΜ

Συνολικά μια πενταετία. Είναι πολλά τα χρόνια για την Ελλάδα, όπως και κάθε επαναπρόσληψη. Αγγλικό φλέγμα, τυπική βρετανική τακτική, εργατικότητα και λατρεία στη φυσική κατάσταση. Όλα άγνωστα σε μας. Μας έβαλε στον ποιοτικό δρόμο του Ποδοσφαίρου. Μας δίδαξε τα απαραίτητα στοιχεία του. Τον θεωρήσαμε λίγο περίεργο. Ίσως ήταν, όπως και ο Όττο Ρεχάγκελ άλλωστε, πολύ αργότερα.
ΣΤΕΦΑΝ ΜΠΟΜΠΕΚ (ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ) 1963 – 67 και 1974 – 75. Το μεγαλύτερο όνομα παίκτου μετά τον Φέρενς Πούσκας που ήρθε στην Ελλάδα. Κοντά μας έμεινε επίσης μια πενταετία με επαναπρόσληψη. Υπήρξε ο εισηγητής του εκσυγχρονιζόμενου ποδοσφαίρου. Μας δίδαξε τις νέες τακτικές. Τα συστήματά του ήταν πρωτοποριακά. Προηγείτο της εποχής του. Είχε δυο μειονεκτήματα. Όπως άρχιζε τελείωνε τον αγώνα. Δεν τον «έβλεπε» για να κάνει τις απαραίτητες μετακινήσεις ή εξελίξεις ανάλογα, με τον αντίπαλο κι την πορεία. Δεύτερον και χειρότερο καθώς ήταν ηχηρό όνομα δεν «συζητούσε» τα θέματά του με την διοίκηση. Δεν είχε διπλωματία. Το αντίθετο του Αντώνη Ματζεβελάκη.
ΚΑΖΙΜΙΡ  ΓΚΟΡΣΚΙ (ΠΟΛΩΝΙΑ): 1976 – 78. 

Ο ένας από τους 2 άριστους Πολωνούς. Μεγάλος σε ηλικία, αλλά με «μαγικό ραβδί» κατόρθωνε να βγάζει αποτέλεσμα εκεί που όλα φαίνονταν χαμένα. Ήταν σοφός, πράος, ήρεμος. Δίδασκε με σωφροσύνη, αλλά περιέργως έβγαζε  πάθος στους παίκτες. Αγαπήθηκε από όλους.
ΙΒΙΤΣ ΟΣΙΜ (ΒΟΣΝΙΑ – ΕΡΖΕΓΟΒΙΝΗ) 1992 – 94. Πολύ μεγάλο όνομα διεθνώς ως προπονητής. Δεν αξιολογήθηκε, δεν εκτιμήθηκε στην Ελλάδα. Βεβαίως είμαστε δύσκολος λαός, αλλά λογικός  σύλλογος. Πολλές φορές δεν «πάνε τα χνώτα μας» όπως λέει ο Λαός. Σε ελάχιστο χρόνο μας χάρισε 41 νίκες. Δεν έφθανε αυτό. Έμεινε στην ελληνική ιστορία για το απόφθεγμά του ότι η μπάλα είναι πόρνη. Το γνωρίζαμε, όμως η δική του επιβεβαίωση αποτέλεσε την πιστοποίηση.
ΤΖΟΝ ΣΙΡΙΛ ΚΑΜΠΕΛ (ΑΓΓΛΙΑ) 1908 – 1918. Ιδιώτης, μόνιμα εγκατεστημένος στην Ελλάδα μέχρι της αναγκαστικής αναχώρησής του στο Λονδίνο. Υπήρξε ο σοβαρός ξένος που πήρε από το χεράκι 10 – 12 νέους και προσπάθησε να τους μάθει ποδοσφαιρικούς τρόπους. Βοήθησε αφάνταστα τους αφούς Καλαφάτη στα πρώτα τους βήματα. Όχι μόνο   στο ποδόσφαιρο. Καθώς  ήταν Άγγλος ήταν πλουραλιστικά σπόρτσμαν. Αγαπήθηκε τόσο που δεν τον φώναζαν Σίριλ, αλλά έκαναν λογοπαίγνιο και τον φώναζαν «Σερ» με αποτέλεσμα αυτό να διατηρηθεί και οι μεταγενέστεροι να τον θεωρούν ότι ήταν «Σερ».
ΜΙΚΛΟΣ ΦΟΡΝΕΡ (ΟΥΓΓΑΡΙΑ) 1928 – 29, ΜΑΡΤΟΝ ΜΠΕΜ (ΟΥΓΓΑΡΙΑ) 1934 – 35 και ΓΙΟΖΕΦ ΚΙΝΣΛΕΡ (ΟΥΓΓΑΡΙΑ) 1930 – 33. Οι τρεις πρώτοι από τους 6 συνολικά Ούγγρους προπονητές ποδοσφαίρου που ήρθαν στον Παναθηναϊκό. Την εποχή εκείνη η Ουγγαρία είχε Σχολή, ήταν και της μόδας. Ουσιαστικά μας δίδαξαν πως παίζεται το ποδόσφαιρο, όταν θέλεις να ικανοποιήσεις. Είχε προηγηθεί το 1917 ο Άγγλος Ντέιβιντ Μπαρνς αλλά, ιδίως ο Γιόζεφ Κίνσλερ έφτιαξε παίκτες και ομάδα. Μας χάρισε 80 νίκες στην εποχή της θητείας του και ανέδειξε τους μεγαλύτερους παίκτες στην ιστορία μας. Από την άλλη ο Μάρτον Μπεμ ήταν π δημιουργός του 8 – 2 απέναντι στους πειραιώτες. Αυτά πρέπει να αναφέρονται.
ΓΙΑΤΣΕΚ ΓΚΜΟΧ (ΠΟΛΩΝΙΑ) 1983 – 85.
 ΓΙΑΤΣΕΚ ΓΚΜΟΧ

 Μας αγάπησε και εμείς αγαπήσαμε την τεράστια κάτω γνάθο του (κοινώς σιαγόνα) και τα ελληνικά του που δεν θέλουμε να βελτιωθούν καθώς τα απολαμβάνουμε. Σοβαρά τώρα. Δικαίωσε τις καλές φήμες που δημιούργησε ο αείμνηστος συμπατριώτης του Γκόρσκι. Παραμένει κοντά στον Παναθηναϊκό θέλοντας κάθε φορά να βοηθά. Ήταν προπονητής τακτικής, αλλά περισσότερο έπαιρνε από τους παίκτες αυτό που ήθελε. Τίμησε την πατρίδα του.
ΦΕΡΝΑΝΤΟΣ ΣΑΝΤΟΣ (ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ) 2002. 
ΦΕΡΝΑΝΤΟΣ ΣΑΝΤΟΣ

Δεν τον αναφέρω εδώ για το έργο του που δεν τον βάζει ψηλά στην κατάταξη, κάνω μια εξαίρεση. Τον φέρνω ως παράδειγμα προσαρμογής. Όσο περνά ο χρόνος ο Σάντος γίνεται στην Ελλάδα αποδοτικότερος ως προπονητής. Άρχισε με μέτριες επιδόσεις, οι οποίες σταδιακά παρουσίασαν μια  βελτίωση που τον οδήγησαν ψηλά στον ελληνικό χώρο, όχι στον Παναθηναϊκό. Η θητεία του στην ΑΕΚ, τον ΠΑΟΚ και την Εθνική Ομάδα ουδεμία σχέση έχει με την προγενέστερη παναθηναϊκή διαδρομή του. Αυτά είναι τα αξιοσημείωτα που συμβαίνουν στα Σπορ.
ΣΒΕΤΙΣΛΑΒ ΓΚΛΙΣΟΒΙΤΣ (ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ) 1954 – 1958. Ποιοτικός δάσκαλος του Ποδοσφαίρου. Λάτρευε το διαγώνιο σύστημα. Ο αριστερός μπακ στέλνει κατ΄ευθείαν τη μπάλα στον έξω δεξιά και αντίστροφα. Παραμένει ως σήμερα ο ξένος προπονητής με τις περισσότερες νίκες. Συνολικά 96. Με ένα γλυκό πρόσωπο δεν φανέρωνε το δύσκολο χαρακτήρα του, ιδίως με τους παράγοντες. Ανακάλυψε πολλά ταλέντα. Οι γνώμες διχάζονται όσον αφορά τον Μίμη Δομάζο και εάν τον έφερε αυτός. Το πλέον πιθανό: τον είδε στην Άμυνα Αμπελοκήπων και του άρεσε. Ενημέρωσε τον Ματζαβελάκη και αυτός τον Βγενόπουλο (παππού) που είχε τις άκρες με τα μικρά Σωματεία. Το deal έγινε.
Χ. Ε. ΧΟΧΜΠΕΡΓΚ – Σ. ΜΑΡΚΑΡΙΑΝ (ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ) (η αγαπημένη). Κατάφορα αδικούμε τη χώρα με τους δυο υπηκόους της, που κακώς τους περιλαμβάνουμε στους καταφρονημένους. Είναι μόλις (η χώρα) 3.3 εκατ. κατοίκων και ποδοσφαιρικά αντιμετωπίζει τη Βραζιλία των 180. Ο Χουάν Εντουάρντο Χόχμπεργκ μας πρόσφερε το νταμπλ το 1969 και ολίγον από πρωτάθλημα. Το 1970 σε ένα συνδυασμό με Σούτσο και Πετρόπουλο. Ας πούμε ότι έμεινε ένα χρόνο. Μια από τα ίδια με τον Σέρχιο Μαρκαριάν που σε «κοινή» προσπάθεια με Κυράστα ή Σάντος είχε θετικά αποτελέσματα στη διεθνή πορεία. Οι 2 Ουρουγουανοί πήγαν και ήρθαν 2 – 3 φορές ιδίως ο Χόχμπεργκ. Όσον αφορά τον Μαρκαριάν απέφυγα να τον κατατάξω στην κατηγορία Β ως Ελληνο – Αρμένιο. Προσόν του ότι γνωρίζει καλά τη γλώσσα μας.
          Οι υπόλοιποι ξένοι:
          Ιτζακ Σουμ (Ισραήλ) 2003 – 2004, Τόμισλαβ Ίβιτς (Γιουγκοσλαβία) 1986, Στέφαν Κόβατς (Ρουμανία) 1982 – 83, Βέλιμιρ Ζάετς (Γιουγκοσλαβία) 96 – 97, Γκίντερ Μπένκστον (Σουηδία) 1988 – 89, Μνέβιντ Μπάρνς (Αγγλία) 1917, Γιαν Ζολνάι ή Ζολντάι (Ουγγαρία) 1958 – 59, Μπέλλα Γκούτμαν (Ουγγαρία) 1967 – 68, Αϊμόρε Μορέιρα (Βραζιλία) 1976, Μπρούνο Πεζάολα(Αργεντινός) 1980, Ρόνι Άλεν (Αγγλία) 1980, Χέλμοντ Σενέκοβιτς (Αυστρία) 1981, Πιετρ Πάκερτ (Τσεχοσλοβακία) 1986, Γιάσμικο Βέλιτς (Γιουγκοσλαβία) 2007, Βίκτωρ Μουνιόθ (Ισπανία) 2007, Αλμπέρτο Μαλεζάνι (Ιταλία) 2004 – 2006, Χενκ Τεν Κάτε (Ολλανδία) 2008 – 2009, Σντένεκ Σκάζνι (Τσεχία) 2004 – 2005, Χανς Μπάκε (Σουηδία) 2006 – 2007, Ζεσουάλδο Φερέιρα (Πορτογαλία) 2009 – σήμερα.
          Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΕΝΑΣ
 Χουάν Ραμόν Ρότσα 
          Γεννήθηκε στην Αργεντινή, γνώρισε την κιθάρα στο  Buenos Aires και το Ποδόσφαιρο στο La Plata.
 Έπαιξε ως Έλληνας και οι οχτροί τον αποκάλεσαν «Ιθαγενή από την Πάμπα του Αιγάλεω». Δεν τους κράτησε κακία. 
Είναι ο Χουάν Ραμόν Ρότσα. 
Ρότσα,rotsa
Είχε τον Παναθηναϊκό 4 χρόνια στα χέρια του, από τα μέσα του 1993 μέχρι και κομμάτι του 1997. Μας χάρισε ένα Νταμπλ, ένα Σούπερ Καπ, ένα ακόμη Πρωτάθλημα, ημιτελικά στο Τσάμπιον Λινγκ και πολλά χαμόγελα. Επίσης νίκησε, αλλά και έχασε από τον Μουρίνιο.Είναι πάντα κοντά μας για να προσφέρει τις τεχνικές του γνώσεις και την κιθάρα του. Σαν Musician αγαπάει τον Καζαντζίδη, αλλά δεν κρατάει τις υποσχέσεις του. Μας χρωστάει ένα στοίχημα από τη νίκη του μέσα στο Πόρτο. Δεν πειράζει εδώ είμαστε. Θα του δώσουμε σίγουρα μια ευκαιρία στο μέλλον να επανορθώσει.  Διότι ως γνήσιος coach δεν απομακρύνεται από ότι αγαπάει.
         
ΟΙ 24 ΕΛΛΗΝΕΣ

          ΛΑΚΗΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Γνήσιο τέκνο των Αθηνών, υπήρξε ο πρώτος μεγάλος Έλληνας «εραστής του αποτελέσματος», αλλά με σεβασμό στους παίκτες και μεθοδική δουλειά. Ακολούθησε την τεχνική εφαρμογών του Στέφαν Μπόμπεκ. Την λεπτότητα του δαντελένιου παιχνιδιού του, ως ποδοσφαιριστής, τη μετέτρεψε σε λεπτότητα χειρισμών προς τους παίκτες.
Ο ΛΑΚΗΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 Για τούτο αγαπήθηκε από όλους. Ένα παράδειγμα συμπεριφοράς που το έζησα στην Κύπρο. Είχε ζητήσει από όλους να έρθουν στην επίσημη δεξίωση με γραβάτα (τότε έτσι ήταν). Ένας παίκτης δεν φόραγε. Έβγαλε τη δική του και του την έδωσε, λέγοντας. «Καλύτερα εγώ αγενής, παρά εσύ». Κάποιος άλλος θα τον είχε διώξει.
          Χάρισε στον Παναθηναϊκό 86 νίκες στα χρόνια που δούλεψε: το 1967, 1968 – 70, 1978 – 79 και 1979 – 80. Πρόσφερε τις υπηρεσίες του αδιακρίτως θέσης και η εξέδρα τον συμπάθησε. Ήταν ο «Λάκης», αγνοούσαν πως το όνομά του ήταν Βασίλης.
          Άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία του: Έπαιξε στην Εθνική Ομάδα σε ηλικία μόλις 20 ετών το 1951 και το 1952 έγινε Olympian μετέχοντας στους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Ελσίνκι. Συνολικά αγωνίσθηκε στην Εθνική ως επιθετικός μέσος 10 φορές (1951 – 57) και τον Παναθηναϊκό 10 χρόνια (1951 – 1959). Παρ’ όλο ότι άρχισε την αγωνιστική καριέρα του ως Πυγμάχος (1947 – 1949) αγάπησε το Ποδόσφαιρο με πάθος, χαρίζοντας ένα «Νταμπλ» στον Παναθηναϊκό (1969) και τη ζωή του στο Σπορ, καθώς «έφυγε» για πάντα, σε τουρνέ Βετεράνων στις ΗΠΑ.

          ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΑΝΙΗΛ: Ένας ακόμη Βασίλης στην κορυφή αλλά κατά περίεργο τρόπο όχι ο συμπαθέστερος, ενώ κατά πολλούς (και ειδήμονες) ήταν ο καλύτερος Έλληνας προπονητής που πέρασε από το Σύλλογο. Ίσως γιατί περιαυτολογούσε, χωρίς να είναι ο μόνος. Χάρισε στον Παναθηναϊκό τις περισσότερες νίκες, 108 και ένα «Νταμπλ» την περίοδο 1990 – 91, ενώ την επόμενη περίοδο (1991 – 92) μας έφερε στους 8 του Τσάμπιον Λινγκ.
 Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΑΝΙΗΛ

  Συνολικά προσμέτρησε 6 χρόνια στην υπηρεσία του Συλλόγου. Το βιογραφικό του έχει ενδιαφέρον. Γεννήθηκε το 1938, έπαιξε στον Ηρακλή ΚαβάλΑς. Την περίοδο 1957 – 64. Εργάσθηκε ως προπονητής σε: Καρδίτσα, Νίκη Βόλου, Καβάλα, Καστοριά, Απόλλων Καλαμαριάς, Ολυμπιακό Βόλου, Ξάνθη, Λάρισα, Πανηλειακό κ.λ.π. με τριπλή παρουσία στον Παναθηναϊκό (86 – 88, 90 – 92 και 97 – 99) 2 φορές στην Ξάνθη, 2 φορές στον Απόλλωνα Καλαμαριάς κ.λ.π. Λάτρης των εφαρμογών του γερμανικού συστήματος, πίστευε ότι προηγείτο της εποχής του και ίσως για τούτο οι σχέσεις του με τους παίκτες δεν αποτελούσαν το καλύτερό του. Επί πλέον στα αποδυτήρια έδινε την εντύπωση ότι ήταν άτολμος.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ – ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Αναφέρονται εδώ υπό την έννοια ότι από το 1908 ο πρώτος και από το 1918 ο δεύτερος, ως ηγέτες της γενικότερης δημιουργικής προσπάθειας προσέφεραν τις γνώσεις τους και ως τεχνικοί σύμβουλοι όταν και όποτε η ομάδα το χρειαζόταν.



 Άλλωστε από δική τους πρωτοβουλία προέκυψε και η συμμετοχή μας στο ποδοσφαιρικό τουρνουά των Ολυμπιακών του 1920 στην Αμβέρσα όπου η ομάδα όχι μόνο δεν είχε προπονητή αλλά με δυσκολία κάλυψε την ενδεκάδα. Ακόμη και μέχρι τη δεκαετία του ’30 οι δυο τους προωθούσαν διοικητικά και τεχνικά και τα άλλα αθλήματα, όπως το Μπάσκετ από το 1922, το Βόλεϊ, το Χόκεϊ κ.λ.π.
          ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΙΓΙΑΚΗΣ – ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΤΣΟΥΤΣΟΣ – ΝΙΚΟΣ ΣΙΜΟΣ
Antonis Migiakis.jpg
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΗΓΙΑΚΗΣ 

Ηγέτης της τριάδας ήταν ο Αντώνης, επιστημονικός εγκέφαλος ο Οδυσσέας και άρχων του γηπέδου ο Νίκος Σίμος. Ο Μιγιάκης γεννήθηκε το 1911 και έπαιξε στον παναθηναϊκό από το 1928 μέχρι το 1943. Αγωνίσθηκε 17 φορές με την Εθνική Ομάδα, ενώ σε 12 αγώνες της ήταν προπονητής της.
ο μικρόσωμος Σίμος ήταν ο βιρτουόζος μέσος επιθετικός που πάντα συγκινούσε.
ΝΙΚΟΣ ΣΙΜΟΣ
διαφέντεψε τον Παναθηναϊκό τις χρονιές 1946 – 49, 1953 – 54 και 1959 – 60 προσφέροντάς του το πρώτο εθνικό πρωτάθλημα. Ο Οδυσσέας ήταν ο μόνος, από τους 3, καθηγητής Σωματικής Αγωγής και πολυγραφότατος σε περιοδικά και εφημερίδες. Μάλιστα κάλυψε το θέμα «Ποδόσφαιρο» στην «Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια του Αθλητισμού» που κυκλοφόρησε το 1961.           Το τρίο 
          ΣΠΥΡΟΣ ΥΠΟΦΑΝΤΗΣ. Γέννημα θρέμμα της Άμυνας Αμπελοκήπων όπου έπαιζε από τα 14 έως τα 17 του χρόνια (γενν. Το 1909) όταν το 1926 γράφτηκε στον Παναθηναϊκό. Έπαιζε ως αριστερός χαφ μέχρι το 1940, ενώ είχε αρχίσει την προπονητική του καριέρα. Πήγε στην Κύπρο στην ομάδα της Λεμεσού 1934 με 1936. Αγωνίσθηκε 25 φορές με την Εθνική Ομάδα. Στη δύσκολη περίοδο της Κατοχής ανέλαβε να διατηρήσει ζωντανή την ομάδα του Παναθηναϊκού μαζί με τον Θέμο Ασδέρη και τον παλαιό Κωνσταντινοπολίτη παίκτη της ΑΕΚ Δημητριάδη. Η ατυχία τον κτύπησε αμέσως μετά. Στη διάρκεια της εμφύλιας σύρραξης των Δεκεμβριανών ένας όλμος κτύπησε το σπίτι του σκοτώνοντας την αδελφή του, τον γαμπρό του και το παιδί τους, ενώ ο ίδιος έχασε το πόδι του. Μοιραία, αποχώρησε από τα καθήκοντά του.
 O  ΚΥΡΑΣΤΑΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΥΡΑΣΤΑΣ 
– ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ – ΣΤΡΑΤΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ: Οι 3 καταξιωμένοι παίκτες και ακολούθως προπονητές ανέλαβαν χωριστά και ανεξάρτητα την
 ευθύνη της ομάδας και όχι από κοινού όπως σε άλλες περιπτώσεις. Ούτε με τη συνεργασία ξένου. Ο Κυράστας αρχικά 11 μήνες, ήμισυ του 1999 και ήμισυ του 2000 σε πρώτη θητεία και δεύτερη το β’  εξάμηνο του 2001. Είχαν παρεμβληθεί ο Άγγελος Αναστασιάδης για ολόκληρο χρόνο του 2000 και ο Στράτος Αποστολάκης, ο ρέκορντμαν των συμμετοχών στην Εθνική Ομάδα και λαμπρός χειριστής του προφορικού λόγου, μόλις για τους 3 πρώτους μήνες του 2001. Δεν είναι θέμα εάν κατόρθωσαν να ικανοποιήσουν. Αυτά τα χρονικά διαστήματα δεν επιτρέπουν στους προπονητές ούτε τα ονόματα των (ξένων) παικτών να μάθουν. Ο Κυράστας δεν υπάρχει στη ζωή, ο Αναστασιάδης συνεχίζει επιτυχώς.
          Άλλοι Έλληνες κυρίως σε συνεργασία με ξένους ή ως υπηρεσιακοί προπονητές είναι οι εξής:
          Γαβριήλ Γαζής 67 – 68 και 79, Βαγγέλης Πανάκης 74 – 75, Δημήτρης Θεοφάνης 74 – 75 και 78, Νίκος Τζουνάκος 76, Τάκης Παπουλίδης 78, Ανδρέας Παπαεμμανουήλ 80 και 83, Κώστας Τσάκος 83, Γιάννης Καλογεράς  88, Μάικ Γαλάκος 96 – 97, Νίκος Καρούλιας 97, Τότης Φυλακούρης 2005 κ.λ.π.

ΜΠΑΣΚΕΤ
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΣΕ 15 ΜΑΛΛΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟΥΣ
          Το ελληνικό Μπάσκετ διοργανώνει επίσημα τα πρωταθλήματά του από το 1946 και αναδεικνύει επί 65 χρόνια, κάθε έτος τον πρωταθλητή Σύλλογο. Ο Παναθηναϊκός έχει κερδίσει τους 31 τίτλους. Με 15 προπονητές, μάλλον άγνωστους στο ευρύ κοινό. Όποιος γνωρίζει περισσότερους από 5 – 6 θεωρείται ειδικός. Αυτά για ένα άθλημα που χαίρει της μεγαλύτερης (σύγχρονης) εκτίμησης στη χώρα και για το Σύλλογο που έφερε την πρώτη μπάλα (χωρίς σπυριά) εδώ το 1922.
          Προπολεμικά, αυτός που με την τωρινή έννοια του όρου εκτελούσε, έστω με σκιώδη τρόπο, καθήκοντα προπονητού ήταν ο Α. Φιλίππου. Μάλλον υπήρξε ο ηγέτης σε μια ρευστή φόρμα υπεύθύνου – αρχηγού – προπονητού. Τότε άρχισε να δείχνει τα πρώτα στοιχεία του ο άριστος παίκτης Μίσας Πανταζόπουλος (1922 – 1985). Με έντονη τάση να συμβουλεύει, να καθοδηγεί και να έχει την τάση να γίνει προπονητής ποδοσφαίρου. Η κατοχή δεν ανέστειλε δραστηριότητες, αντίθετα έκανε περισσότερο συνεκτική το ολιγάριθμο γκρουπ των φίλων του Μπάσκετ. Έτσι άρχισε σύντομα, μετά τον πόλεμο, το πρωτάθλημα που κέρδισε ο Παναθηναϊκός, χωρίς προπονητή. Με τον Πανταζόπουλο να συμβουλεύει από τη θέση «γκαρντ» και να βάζει μακρινά σουτ, τα οποία μέτραγαν και αυτά ως δίποντα.
          Ο Μίσας με καταγωγή από τη Ρωσία, είχε ένα βορειοευρωπαϊκό στυλ παρ’ όλον ότι ήταν βέρος ρωμιός. Ενέπνεε σεβασμό σε όλους και κρατούσε την ομάδα δεμένη. Για τούτο και έμεινε στο πόστο του αρχηγού – προπονητή μέχρι το 1960. Κατέκτησε 3 πρωταθλήματα ως παίκτης και 5 (1946 – 47 – 50 – 51 – 54) ως προπονητής, σχεδόν χωρίς να αναφέρεται. Όχι μόνο αυτό. Ταυτόχρονα που η φοβερή ομάδα του ΠΓΣ είχε προπονητή τον πανεπιστημιακό καθηγητή Θεολογίας Νίκο Νησιώτη, που ήταν επίσης προπονητής της Εθνικής Ομάδας. Ο Νησιώτης χάθηκε από τροχαίο στην ευθεία της Εθνικής οδού στα Μέγαρα, ενώ πήγαινε στην Αρχαία Ολυμπία, ως Πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Ακαδημίας.
          Από την αρχή της δεκαετίας του ’60 εμφανίζεται ο Νίκος Μήλας (γενν. 1928)

 που κατέκτησε 2 τίτλους (1961 – 62) ως προπονητής. Είχε επίσης 3 ως παίκτης (1947 – 50 – 51) της ισχυρής ομάδας, στο μικρό γηπεδάκι απέναντι από το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, τώρα πολυκατοικία. Ακολούθησε ο Κώστας Μουρούζης (γενν. 1935) ο πρώτος που μνημονεύεται στο πάνθεον των coach. Ήταν ο ταλαντούχος βενιαμίν εκείνης της ωραίας ομάδας του Τρίτωνα στην Γ΄ Σεπτεμβρίου με τον λευκόμαλλο Πετράκη τον βραχύσωμο αλλά ανδροπρεπέστατο Σκυλακάκη και τις πρώτες μπασκετμπολίστριες.
Ο Κώστας Μουρούζης είναι αλήθεια ότι υπήρξε μια επιτυχημένη επιλογή, διότι δούλεψε,
Ο προπονητής  Κώστας Μουρούζης 
   
με την ομάδα του

 έφερε νέο υλικό και νέες μεθόδους. Το «κλάψε Μουρούζη κλάψε» των οχτρών δεν ήταν για τις αποτυχίες αλλά διότι ήταν ευσυγκίνητος, ακόμη και ως παίκτης. Ο Μουρούζης αναφέρεται ως πρώτος πραγματικός προπονητής. Εντελώς λάθος. Πάντως κέρδισε σε 8 γεμάτα χρόνια (1967 – 1974) επτά τίτλους (1967 – 69 – 70 – 71 – 72 – 73 – 74).
Ο Ρίτσαρντ Ντούκσαϊρ ήταν αρχική δοκιμή μιας στροφής προς το αμερικανικό στυλ. Μας είχαν παγιδεύσει οι Χάρλεμ Γκλόμπ Τρότερς με την περιοδεία τους σε όλο τον κόσμο και την Ελλάδα και οι κολεγιακές – ερασιτεχνικές νίκες των Αμερικάνων σε όλους τους Ολυμπιακούς Αγώνες (1936, 48, 52, 56, 60, 64, 68, 72 κ.λ.π) με κάτω τα χέρια. Το πείραμα δεν φάνηκε να αποδίδει. Ίσως έφταιγε ο Ντούκσαϊρ, μπορεί και εμείς. Πάντως πήρε τον τίτλο του 1975. Στην αναζήτηση της καλύτερης περίπτωσης, υπήρξαν λύσεις προσπαθειών και αναζητήσεων. Όπως επαναπρόσληψη του Νίκου Μήλα ή ανάθεση της ομάδας στον Κώστα Αναστασάτο, ο οποίος δεν μακροημέρευσε, αλλά κατέκτησε τον τίτλο του 1977.
Στο μεταξύ η προηγούμενη φουρνιά των παικτών έδειξε μια έφεση να μένει στο χώρο και μετά το πέρας της αγωνιστικής καριέρας. Θα αναφέρω 5 περιπτώσεις, από τους οποίους οι 4 είναι προπονητές και ο ένας κάτι περισσότερο: Πολίτης, Κυρίτσης, Ιορδανίδης, Κέφαλος και Βασιλακόπουλος.
Ο Κώστας Πολίτης (γενν. 1942) παιδί της Νήαρ Ηστ του Μπάσκετ και της Καισαριανής, απλή συνωνυμία με τον Κώστα Πολίτη του Παγκρατίου, του Στίβου και της Αθηναϊκής Λέσχης. Βεβαίως ο Πολίτης απέκτησε τη μεγάλη του φήμη με την Εθνική Ομάδα
Ο ΚΩΣΤΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ 


 και τον ευρωπαϊκό τίτλο αλλά τις υψηλές διεκδικήσεις τις έμαθε στον Παναθηναϊκό. Ως παίκτης κατέκτησε 4 τίτλους (1961 – 62 – 67 – 69). Ως προπονητής άλλους 5 (1979 – 1980 – 1981 – 1982 και 1994). Το 1979 το Κύπελλο.

 Το 1983 με το Κύπελλο Ελλάδος, ο επιστήμων Μιχάλης Κυρίτσηςτο 1984 με το Πρωτάθλημα, ξανά Χρήστος Κέφαλος, πάλι Μιχάλης Κυρίτσης μέχρι τον Χρήστο Ιορδανίδη που ως παίκτης έχει τα περισσότερα,  7 πρωταθλήματα (69 – 71 – 72 – 73 – 74 – 75 – 77) έναντι 6 του Κέφαλου στην ίδια περίοδο.
Η δεκαετία του ’80 ήταν αυτή των αλλαγών και του ενός και μοναχικού τίτλου. Χρήστος Κέφαλος (γενν. Το 1945).
Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΕΦΑΛΟΣ(δεξιά)
Στο μεταξύ χρονικά είχαμε ήδη εισέλθει στον αστερισμό του Παύλου Γιαννακόπουλου και του επερχόμενου Θανάση, οι οποίοι διαθέτανε οραματισμούς και καλές διαθέσεις (μόνο) για το Μπάσκετ. Ταυτόχρονα η Ευρώπη και ιδίως η Γιουγκοσλαβία έδειχνε τα δόντια της και αυτό έδινε λύσεις. Το 1993 ο Ζ. Παβλίσεβιτς μας χάρισε το Κύπελλο Ελλάδος αλλά δεν μας ικανοποίησε. Κάπου στα μισά του 1994 ψάξαμε πάλι για τον Κώστα Πολίτη και εκ νέου στα μισά του 1995 απευθυνθήκαμε στον Ευθύμη Κιουμουρτζόγλου (με τίτλο το 1995) για να καταλήξουμε το 1996 στοΜπόζινταρ Μάλκοβιτς που μας χάρισε το πρώτο αστέρι στην Ευρώπη και το Κύπελλο  Ελλάδος εντός. Παρέμεινε και το 97 για να αντικατασταθεί από τονΛευτέρη Σούμποτιτς, ο οποίος επιτέλους έφερε δυο απανωτά πρωταθλήματα (1998 και 1999) στον Παναθηναϊκό μετά τη δυστοκία 13 ετών (!).
Αυτό ήταν και το τέλος μιας εποχής μεγάλων προσπαθειών χωρίς ανάλογα αποτελέσματα. Ήρθε τότε ο μεγάλος  Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς

Ο Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς
για να μας προσφέρει άλλους 5 Ευρωπαϊκούς (τίτλους), να υπερδιπλασιάσει τους δικούς του και να κτυπά συνεχώς και χωρίς λύπη τους Εθνικούς τίτλους, συνολικά 10 από το 2000 μέχρι σήμερα, με απώλεια τίτλου μόνο το 2002.
Τέλος είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι από τους 15 προπονητές οι επτά αναδείχθηκαν από τους παίκτες του Παναθηναϊκού (Φιλίππου – Πανταζόπουλος – Μήλας – Πολίτης – Κέφαλος – Κυρίτσης και Ιορδανίδης) ενώ 3 έχουν κάνει την υπέρβαση: Ο Πολίτης με την Εθνική Ομάδα, ο Μήλας με την ΑΕΚ το 1968 στο Ευρωπαϊκό και βεβαίως ο Γιώργος Βασιλακόπουλος στη FIBA.

ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ ΤΟΥ ΣΤΙΒΟΥ
          Ο Κλασσικός Αθλητισμός έχει τους δικούς του φανατικούς οπαδούς, τους λάτρεις των ατομικών αγωνισμάτων. Εκφραστές της πίστης στην αξία της προσωπικής προσπάθειας. Αφοσιωμένους στα χιλιόχρονα αγωνίσματα του ανθρώπου όπου μόνος κάθε φορά, επιχειρεί να ξεπεράσει τον ίδιο του τον εαυτό. Πραγματικούς εραστές της επικράτησης του ατόμου επί του ατόμου και της έμπρακτης θεοποίησης εκείνων που υπερβαίνουν τα όρια και τα μέτρα της λογικής.
          Οι χρόνοι στο Μαραθώνιο στις 2 ώρες και 5’ συναρπάζουν, επιδόσεις κάτω από 10’’ στα 100 συγκλονίζουν, άλματα στα 8 ½ μέτρα μαγεύουν και ρίψεις στη σφαιροβολία στα 21μ. αφήνουν άφωνους τους πάντες. Αυτοί είναι οι ερασιτέχνες φίλοι του Στίβου που αρέσκονται να γίνονται οπαδοί, καταμετρητές, κριτές, χρονομέτρες, στατιστικοί, παράγοντες, βετεράνοι αθλητές, ευκαιριακοί προπονητές.
          Ακριβώς αυτό το κράμα, αυτή η συνένωση των στοιχείων, με μεσογειακό πάθος, έφερε και το 1919 τους ανθρώπους του Παναθηναϊκού κοντά στο Στίβο και με την ανάμειξη, ίσως και αντιφατικών ατόμων, δημιούργησε ένα ισχυρότατο τμήμα, πολυπρόσωπο που όλοι προσπαθούν να προσφέρουν περισσότερα του ενός πράγματα. Έτσι εδώ δεν έχουμε τους σαφείς διαχωρισμούς που υπάρχουν στα ομαδικά σπορ. Στο Στίβο ο φίλαθλος μπορεί να είναι και άριστος γνώστης των θεμάτων, ο χρονομέτρης να είναι προπονητής, όπως και ο παράγων να παρέχει τεχνικές οδηγίες.
          Τα παραπάνω τα συναντάμε ως συνήθη φαινόμενα στην ιστορία του τμήματος Στίβου από την πρώτη ημέρα δημιουργίας του. οι διοικητικοί παράγοντες δίνουν οδηγίες στους νεοεισερχομένους και οι παλαιότεροι αθλητές προσφέρουν την εμπειρία τους στους νέους. Οι πρώτοι αθλητές του Παναθηναϊκού που αγωνίσθηκαν σε Ολυμπιακούς Αγώνες το 1920 στην Αμβέρσα ήσαν ο Θεοδόσης Δημητριάδης στα 110μ. εμπόδια και ο Μιχάλης Πονηρέας στο τριπλούν (12.60). Ως προπονητές τους ήσαν οι μετέχοντες αθλητές και παράγοντες του Συλλόγου Γιώργος Καλαφάτης και Απόστολος Νικολαΐδης. Ήσαν οι ίδιοι παραπάνω που συμβούλευσαν και οδήγησαν μετά 4 χρόνια, στους Ολυμπιακούς στο Παρίσι, το μεγάλο ταλέντο του ύψους, τον Αντώνη Καρυοφύλλη να αγωνισθεί και να πηδήσει 1.70. Την επόμενη τετραετία ο ίδιος πήδησε 1.77 ενώ έφθασε το Πανελλήνιο ρεκόρ στα 1.85,8 (1928).
          Στην αναζήτηση του πρώτου επίσημου προπονητή Στίβου αναγκαστικά  θα προχωρήσουμε διά της τεθλασμένης. Διαφορετικά βρισκόμαστε σε αδιέξοδο.
 OTTO ΣΙΜΙΤΣΕΚ
          Η πρόοδος του Ελληνικού Στίβου στη δεκαετία του ’20, η συμφωνία για διοργάνωση Βαλκανικών Στίβου (ουσιαστικά) από το 1929, η αναρρίχηση των παλαιών πρωταθλητών Νικολαΐδη, Καραμπάτη, Ρινόπουλου, Δάλλα, Μπαλτατζή – Μαυροκορδάτου κ.λ.π. σε διοικητικά πόστα και (κυρίως) η έλλειψη ελλήνων προπονητών, έστρεψε το ενδιαφέρον προς το εξωτερικό. Την ακμάζουσα Ουγγαρία. Ο ΣΕΓΑΣ έφερε, από το 1929 τον Όττο Σίμιτσεκ 
που άρχισε να προπονεί όλους τους Έλληνες αθλητές. Όχι μόνο με γυμναστικές ασκήσεις όπως έκαναν οι τότε γυμναστές μας. Άρα ο πρώτος πραγματικά προπονητής και για τον Παναθηναϊκό ήταν ο νεοαφιχθής Ούγγρος. Υπάρχει μια άποψη ότι από τότε και ακολούθως γύμναζε μόνο την αφρόκρεμα του Παναθηναϊκού. Ίσως να συνέβαινε αυτό, καθώς είχε προσληφθεί από το ΣΕΓΑΣ για την Εθνική Ομάδα. Έτσι όμως άκουγαν τις σωστές οδηγίες προπόνησης και οι αθλητές του Παναθηναϊκού Τσουκαλάς, Παούρης, Βελκόπουλος, Φραγκούδης, Σκιαδάς, Καραγιάννης, Θάνος, Αρβανίτης κ.λ.π. που όλοι τους από την αρχή γυμνάζοντο στο Στάδιο.
          Δεύτερη θετική παράμετρος υπήρξε το αυθόρμητο ενδιαφέρον του δρομέα Χρύσανθου Τσουκαλά 
Ο ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ
          (στη μέση)

ΝΙΚΗΤΗΣ ΣΤΑ 5.000 μ
          ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝΤΟΥ 1932
να διδάσκει τους νέους συστηματικά, με αγάπη και με την έγκριση του Συλλόγου. Με έμφυτο στυλ μετέφερε τα διδάγματα του Σίμιτσεκ, την πείρα από τους Βαλκανικούς Αγώνες και τις γνώσεις από το εξωτερικό σε όλους τους αθλητές. Απόδειξη των ενδιαφερόντων του και της επιμέλειας του είναι το γεγονός ότι πρώτος αυτός ασχολήθηκε με τα 3.000 στήπλ στην Ελλάδα. Ενώ το αγώνισμα ετελείτο στο εξωτερικό από δεκαετίες ο Χρύσανθος Τσουκαλάς το 1933 ήταν ο πρώτος που τόλμησε και κατέγραψε το πρώτο ρεκόρ με χρόνο 10,226. Το κατέρριψε το 1936 με 10.06 ενώ στην Ευρώπη «γύριζαν» στα 9΄.
          Ο Χρύσανθος Τσουκαλάς γεννήθηκε το 1907 στο Παραλλογγί της Γορτυνίας και άρχισε να τρέχει όταν ήρθε στην Αθήνα το 1927. Μετείχε συνολικά σε 5 Βαλκανικούς Αγώνες (1930 – 31 – 32 – 33 – 34) σε 10 αγωνίσματα, με θριαμβευτική χρονιά του αυτή του 1933 που αναδείχθηκε σε ήρωα. Τα ρεκόρ του ήσαν: 800μ. 2.04.1, 1.500μ. 4.11,8, 3.000μ. απλά 9.06,4 και 5.000μ. 15.49,6. Αντίθετα με τον Ανδρέα Παούρη που εξελίχθηκε σε αποκλειστικά διοικητικό παράγοντα ο Χρύσανθος Τσουκαλάς πρέπει να θεωρείται ως ο πρώτος επίσημος προπονητής Στίβου του Παναθηναϊκού που παρέμεινε στις επάλξεις για πολλά χρόνια και μετά τον Β΄ΠΠ.
          Διάδοχός του υπήρξε ο Μιχάλης Μητροφάνης καθηγητής Φυσικής Αγωγής (και στο ΕΜΠ), παλαιός πρωταθλητής του επί κοντώ, συστηματικά ασχολούμενος με το σύνολο των αθλητών του Παναθηναϊκού, αμειβόμενος από το Σύλλογο και συνεργαζόμενος εντατικά με τον εκάστοτε Έφορο του Τμήματος. Όπου εκεί είχαμε πολλές αλλαγές αντίθετα με την μακροχρόνια σταθερότητα που κρατούσε στο πόστο του ο Μητροφάνης, πάντα με πολύ προσοχή ευφυΐα και διπλωματία αποφεύγοντας την ανάμειξή του στα διοικητικά.
          Το μεγάλο ταξίδι των δρασκελισμών ανόδου στη μεταπολεμική κορυφή του Στίβου άρχισε διοικητικά με τη διάλυση της Μακρονήσου και την άφιξη στην Αθήνα του Κώστα Παπαναστασίου

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
οπότε πήρε στα χέρια του την αρχηγία του Τμήματος. Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’50. Οι πάντες έμειναν εκστατικοί από την ορμή, δράση και προσωπικές δαπάνες του νεαρού δικηγόρου. Οι αισιόδοξοι στήριξαν τις ελπίδες τους σ’ αυτόν.  Οι συντηρητικοί προσπάθησαν να κάνουν μια απόσταξη στις ιδέες του νεοεισελθόντος. Του δώσανε όμως και ένα δικό τους όνομα: ο «Κοκός».
          Ο Παπαναστασίου ανασκουμπώθηκε και άρχισε το έργο. Στον ισχυρό αγωνιστικό πυρήνα που βρήκε (Στέφανος Πετράκης, Θανάσης Παντελιάδης, Μιχάλης Βροντίσης, Γιάννης Παλαμιώτης, Γιώργος Καραγιώργος, Γιάννης Λάμπρου, Βασίλης Μαυροειδής, Ρήγας Ευσταθιάδης κ.λ.π) άρχισε να προσθέτει νέα ονόματα (Γιάννης Καμπαδέλλης, Νίκος Γεωργόπουλος, Γιώργος Κάβουρας, Κώστας Θεοδωράκης, Μιχάλης Σίδερης, Χρήστος Παπανικολάου, Παναγιώτης Μπεθάνης, Γιάννης Κομητούδης κ.λ.π) με αποτέλεσμα το 1954 ο Παναθηναϊκός να είναι ώριμος να διεκδικήσει τα πρωτεία από τον ισχυρότατο ΕΓΣ και τον ισχυρό ΠΓΣ.
Το πρώτο μεγάλο λάθος του Παπαναστασίου έγινε στους Πανελληνίους του 1954  όταν στη σκληρή βαθμολογική μάχη με τον ΕΓΣ πίστεψε ότι η ομάδα αδικήθηκε, στην κατάταξη του σπριντ (όπου η μεγάλη μάχη) και απέσυρε την ομάδα. Απόφαση εν θερμώ, ενέργεια αντιαθλητική, χωρίς έγκριση της διοίκησης. Η κίνηση αυτή τσαλάκωσε το προφίλ του Παπαναστασίου στους αθλητές και αφαίρεσε ποσοστό εμπιστοσύνης από την ηγεσία προς τον Παπαναστασίου, αφού η πράξη οπωσδήποτε ήταν μια αλαζονική πρωτοβουλία.



Από την επόμενη χρονιά (1955) ο Παναθηναϊκός έφθασε στην κορυφή και έμεινε εκεί ακλόνητος για πολλά χρόνια. Το γυαλί όμως είχε ραγίσει. Νέοι αρχηγοί του Τμήματος ήρθαν στο πόστο (από το 1959) και αργότερα νέοι προπονητές αλλά όχι με τόσο θόρυβο και αναστάτωση. Ακολούθησαν ως αρχηγοί ο δικηγόρος και παλαιός πρωταθλητής των 800μ. Θανάσης Παντελιάδης , που αργότερα έφυγε στις ΗΠΑ, ο ασφαλιστής Γιώργος Ματσκανίδης ,τσαμπιόνη στην ημιαντοχή με το χαϊδευτικό όνομα «σαύρας», ο πρωταθλητής του ακοντισμού Στάθης Καλαμπάκος,ο άψογος στο στυλ του Πέτρος Γκιουράνοβιτς ο βραχύσωμος αλλά δραστήριος Μάνος Ζηρεμίδης ο τραπεζικός Γ. Διαμαντόπουλος κ.λ.π. πριν φθάσουμε σε μια τελείως μεικτή φόρμα όπου οι προπονητές του Συλλόγου ήσαν και προπονητές της εθνικής με εντολή του ΣΕΓΑΣ ή της ΓΓΑ και έφοροι του τμήματος ήσαν οι ίδιοι ή άλλοι προπονητές. Αυτό συνέβη διότι άρχισε η Πολιτεία να επεμβαίνει περισσότερο δυναμικά και οικονομικά. Έτσι π.χ έχουμε το Νίκο Γεωργόπουλο 
Ο ΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

Ο ΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΛΙΒΕΡΗ
τώρα πλέον υπεύθυνο για τους δρόμους ταχύτητας, τον Γιώργο Κάβουρα για το επί κοντώ,
Η ΜΑΙΡΗ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΚΑΒΟΥΡΑ

O ΣΠΗΛΙΟΣ
         ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΟΙ ΓΙΩΡΓΟΣ
           και
             ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΟΣ
Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΥΤΕΑΣ
 Η εποχή των βετεράνων εφόρων του τμήματος ίσως τελειώνει με τον  Olympian στα 800μ. του 1948 Γιώργο Καραγιώργο και αρχίζει η νέα όπου ακούγονται περισσότερο σύγχρονα ονόματα όπως: ο δρομέας αντοχής Γιώργος Γενναίος , ο σπεσιαλίστας στην ημιαντοχή του κλειστού Στίβου Σπήλιος Ζαχαρόπουλος,
ο παλαιός επικοντιστής των μεγάλων επιτυχιών Δημήτρης Κυτέας 
που εξακολουθεί σήμερα να αναδεικνύει πρωταθλητές, ο άρχων του Βάδην Άρης Καραγιώργος με τον αδελφό του Χρήστο, ο ψηλός Βασίλης Ζερβουδάκης, ο μεγάλος δρομέας Τάκης Κωνσταντινίδης ο αειθαλής παλαιός δισκοβόλος Μανώλης Μανωλόπουλος , για να φθάσουμε στο σήμερα όπου ο Ζήσης Κουρέλος
O ΖΗΣΗΣ ΚΟΥΡΕΛΟΣ 
ως αρχιπροπονητής βιώνει μια μοναξιά στις ευθύνες, μετά 40 χρόνια στον Παναθηναϊκό (από τότε που τον έφερε ο Γιώργος Κάβουρας από το χωριό) και το 1982 που πήρε καθήκοντα στο Τμήμα. Νοιώθει έντονη τη μοναξιά στην τωρινή κατάσταση της πλήρους διάλυσης, της ένδειας, των στερήσεων και της έλλειψης κάθε ενδιαφέροντος. Κάτι που εντυπωσιακά άρχισε για τους κορυφαίους Έλληνες αθλητές μετά το 2004 ενώ για το Σύλλογο η απαρχή του πρέπει να προσδιορίζεται στο 1979.@palaimaxoipao



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου