Οι οργανωμένοι οπαδοί του Παναθηναϊκού… ανοίγουν πόλεμο με τη διοίκηση και σχολιάζουν τις εξελίξεις γύρω από την ομάδα, τον Βοτανικό και τα πλει οφ.
Με ανακοίνωσή της η Θύρα 13 στηρίζει τους οπαδούς του Παναθηναϊκού που προφυλακίστηκαν και δίνει μία νέα διάσταση στην υπόθεση.
Αναλυτικά:
Στο νοτιότερο άκρο των Βαλκανίων βρίσκεται μια χώρα με όνομα Ελλάδα.
Μία χώρα που επιτρέπεται να είσαι παιδεραστής, βιαστής, ανώμαλος, να παίρνεις μίζες ακόμα και από τα μυρμήγκια, να μην διστάζεις να κάνεις απόπειρες δολοφονίας σε δημοσιογράφους που λένε αλήθειες και να ταΐζεις καθημερινά μπάτσους και κανάλια για να στρουθοκαμηλίζετε όλοι μαζί…
Αυτό που δεν επιτρέπεται όμως στις μέρες μας είναι να είσαι οπαδός και ειδικά του Παναθηναϊκού! Δεν επιτρέπεται γιατί δεν έγινες ποτέ πιόνι του συστήματος και πότε υπάλληλος καμίας διοίκησης.
Η αγάπη μας για το τριφύλλι δεν μετριέται με ευρώ και θα το υπηρετούμε με κάθε κόστος, όπως και αυτό που θέλει τώρα αδέρφια μας, άδικα και με αστείες κατηγορίες στη φυλακή!
Η χρονική περίοδος μόνο τυχαία δεν είναι. Η φυλάκιση των αδερφών μας ήρθε μετά από την επίσκεψη μας στο προπονητικό κέντρο και στα γραφεία, γιατί δεν αντέχουμε άλλο κοροϊδία του Αλαφούζου, ήρθε μετά από αλλαγή υπαλλήλων σας, που δεν σας κάνουν όλα τα χατίρια εις βάρος μας και βάζοντας πιόνια καθ’ υπόδειξη των γνωστών πια τσίρων σας, ήρθε επειδή υπάρχουν 6 αγωνιστικές ακόμα στη Λεωφόρο και καμία ξεφτίλα όπως πέρυσι δε θα είναι αποδεκτή, ήρθε λίγες μέρες πριν τις εκλογές για το γηπεδικό όπου για την ΠΑΕ έχει σημάνει Amber Alert…
ΑΛΑΦΟΥΖΟ και κύριοι τις ΠΑΕ δεν μας εκφοβίζεται με τέτοιες παλιές τακτικές, αντίθετα, μας κάνετε να θέλουμε να σας πολεμήσουμε ακόμα πιο πολύ και με όλα μας τα όπλα.
Εσείς από τη άλλη οι επαγγελματίες ρουφιάνοι σας υποσχόμαστε από εδώ και πέρα μια σχέση αγάπης!
Η αλήθεια θα λάμψει. Θα είμαστε ενάντια σε ΟΤΙ και αν θέλετε χωρίς κανένα φιλτράρισμα!
Τα 75α γενέθλια του έχει σήμερα η ψυχή του τμήματος βόλεϊ του Παναθηναϊκού, ο Ρούλης Αγραπιδάκης.
Ο άλλοτε αθλητής και νυν τιμ μάνατζερ που τίμησε όσο λίγοι το «τριφύλλι» συνεχίζει να προσφέρει μέχρι σήμερα στην ομάδα.
Ο αξιαγάπητος "πράσινος" ειδήμων του βόλεϊ γεννήθηκε στις 11 Μαρτίου 1947 στον Κολωνό (με καταγωγή από τη Ζάκυνθο) και από πολύ μικρή ηλικία έδειξε την έφεση του στην πετοσφαίριση και το 1962 τον είδαν οι άνθρωποι του Νηρέα Κολωνού αγωνιζόμενο και έσπευσαν να τον κλείσουν. Μάλιστα προσέφερε τα μέγιστα ώστε να ανέβει η ομάδα από τα τοπικά στην Α1 Κατηγορία.
Αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι ο Ρούλης Αγραπιδάκης έπαιζε παράλληλα και σέντερ φορ στα τσικό του Αττικού που φυσικά είχε πράσινα χρώματα και πράσινο τετράφυλλο.
Σε ηλικία 22 ετών ο Ρούλης Αγραπιδάκης πήρε μεταγραφή στον αγαπημένο του Παναθηναϊκό και αναφέρει "Οι άνθρωποι του Παναθηναϊκού με είχαν εντοπίσει από το 1967 περίπου και με το που ανέβηκε ο Νηρέας στη μεγάλη κατηγορία, ήρθε ο κύριος Μαντζαβελάκης και με ζήτησε επίσημα.
Ρούλης Αγριπιδάκης,Πέννυ Ροντογιάννη,
Αχιλλέας Μακρόπουλος
χαρά μου φυσικά ήταν τεράστια και ένα από τα πρώτα πράγματα που ρώτησα είναι αν είχε κανένας το νούμερο 13 στην ομάδα και ότι θα το ήθελα.
Η αιτία φυσικά ήταν η Θύρα 13 και το γούσταρα σαν νούμερο αφού συνέχισα να παρακολουθώ από εκεί τους αγώνες. Έκτοτε η διαδικασία πήγαινε αυτόματα για τα επόμενα χρόνια καθώς δεν άφησα ποτέ το νούμερο 13 από τη φανέλα".
Σε αυτό το διάστημα έζησε μεγάλες στιγμές οι οποίες μένουν χαραγμένα βαθιά στην καρδιά του και δεν τις αλλάζει με τίποτα. Συγκεκριμένα ο Ρούλης Αγραπιδάκης σήκωσε έξι πρωταθλήματα Ελλάδας (1970, 1971, 1972, 1973, 1975, 1977) ενώ το 1980 ήταν από τα βασικά στελέχη της ομάδας που κατέλαβε τη δεύτερη θέση στο κύπελλο Κυπελλούχων.
Επιπλέον τη δεκαετία (1967-1977) ο Ρούλης Αγραπιδάκης μέτρησε και περίπου 80 συμμετοχές με την Εθνική Ελλάδας.
'Εχει τις περισσότερες πανελλήνιες Νίκες στο Δέκαθλο (6) φορές
Πρωταθλήτης Ελλάδος
(6 τίτλοι δέκαθλο)
Στο πλαίσιο των 111 χρόνων από την ίδρυση του Παναθηναϊκού Αθλητικού Ομίλου, ο Σύλλογος έφτιαξε ένα Top111 αθλητών-τριών του με βάση τις επιτυχίες τους.
Σε αυτή τη λίστα υπάρχουν αθλητές από ατομικά σπορ και η κατάταξη τους είναι με κριτήριο τις μεγάλες στιγμές τους, ενώ ήταν στο δυναμικό του «τριφυλλιού».
Στην 45η θέση βρίσκεται ο σπουδαίος άλλοτε αθλητής του Συλλόγου Ζήσης Κουρέλος ο οποίος γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου 1947 στην Αστρίτσα Καρδίτσας.
Από μικρός έδειξε την έφεση του στον αθλητισμό και μάλιστα ήταν ποδοσφαιριστής της Αναγέννησης Καρδίτσας μέχρι το 1966 που ήρθε στην Αθήνα για τους μαθητικούς αγώνες.
Εκεί τον είδαν οι άνθρωποι του Παναθηναϊκού και πιο συγκεκριμένα ο προπονητής Μιχάλης Μητροφάνης και τον έντυσαν για…πάντα στα «πράσινα».
Λίγο αργότερα ο Γιώργος Κάβουρας τον παρότρυνε να ξεκινήσει το δέκαθλο και ο Κουρέλος αισθάνεται μέχρι σήμερα ευγνωμοσύνη στον αθλητικό τομέα για τον συγκεκριμένο άτομο.
Η πιο μεγάλη του στιγμή ως αθλητής του ΠΑΟ ήρθε το 1975 στο Αλγέρι όταν και κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στους Μεσογειακούς αγώνες με 7.190 βαθμούς.
Παράλληλα ξεχωρίζουν το χάλκινο μετάλλιο που είχε πάρει στην ίδια διοργάνωση στο ίδιο αγώνισμα το 1971 καθώς και τα δύο Βαλκανικά χάλκινα μετάλλια.
Παρέμεινε στην ενεργή δράση μέχρι το 1979 κατακτώντας συνεχόμενους πανελλήνιους τίτλους ενώ το 1980 ήταν από τους επανιδρυτές του τμήματος χάντμπολ του ΠΑΟ.
Επιπλέον τα επόμενα χρόνια διετέλεσε και αρχιπροπονητής του τμήματος στίβου του «τριφυλλιού».
Έχει το Παναθηναϊκό ρεκόρ στο πένταθλο 3292
- 1972 -Ημερίδα
Σαν προπονητής
32 Αθλητές Άνδρες και Γυναίκες πρωταθλητές Ελλάδας με οκτώ πανελλήνια ρεκόρ .
Δύο παγκιπρια Ρεκόρ .
Μετάλλια σε Μεσογειακούς κ Βαλκανικούς.
Συμμετοχή σε Ολυμπιακούς αγώνες.
Το 75 στους Μεσογειακούς τα δύο και μοναδικά Χρυσά Μετάλλια στο στίβο τα πήραμε με δύο Αθλητές του ΠΑΟ Καραφύλλη Β.
Στο Δίσκο και Δέκαθλο ο Ζήσης Κουρέλος. .
Στο τέλος της δεκαετίας του 1970 ήταν από τους σποδαιότερους πρωτεργάτες της σύστασης του τμήματος της ομάδας Χαντ μπώλ.
Σήμερα έχει γενέθλια ο σπουδαίος Χουάν Ραμόν Ρότσα που γίνεται 68 ετών
O Χουάν Ραμόν Ρότσα (ισπανικά: Juan Ramón Rocha) είναι Αργεντινός πρώην ποδοσφαιριστής γεννημένος στις 8 Μαρτίου1954 στην πόλη Σάντο Τομέ του Κορριέντες. Απέκτησε και την ελληνική υπηκοότητα μετά τη μακρόχρονη παραμονή του στην Ελλάδα. Αποτελεί το μοναδικό πρόσωπο που έχει συμμετάσχει και ως αθλητής και ως προπονητής στην ημιτελική φάση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών με ελληνικό ποδοσφαιρικό σύλλογο.
Σταδιοδρομία
Αγωνιζόταν στο χώρο του κέντρου και διακρινόταν για την επιδεξιότητα του στο χειρισμό της μπάλας, τις μεταβιβάσεις του και οργανωτικές του αρετές. Ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία από τη Νιούελς Ολντ Μπόις το 1972, και κατέκτησε το Πρωτάθλημα Μετροπολιτάνο το 1974. Υπήρξε 27 φορές διεθνής με την Εθνική Αργεντινής. Υπήρξε μέλος της εθνικής Αργεντινής η οποία έμεινε στην ιστορία ως "Ομάδα Φάντασμα"
- La Selección fantasma.[1] Η συγκεκριμένη ομάδα με πολλούς αστέρες ταξίδεψε στη Βολιβία για να εγκλιματισθεί στο υψόμετρο 40 ημέρες πριν τον κρισιμότερο αγώνα για τα προκριματικά του μουντιάλ του 1974, αφέθηκε όμως στην τύχη της από την ομοσπονδία με συνέπεια να αντιμετωπίσουν οι αθλητές ακόμη και προβλήματα επιβίωσης.[2] Το 1977 μεταγράφηκε στην κολομβιανή ομάδα Ατλέτικο Τζούνιορ. Αποτέλεσε μέλος της προεπιλογής των 40 αθλητών για το νικηφόρο μουντιάλ της Αργεντινής το 1978.[3]
Αποκτήθηκε από τη Μπόκα Τζούνιορς το 1978 και αγωνίστηκε για μια σεζόν.[4] Με τη Μπόκα Τζούνιορς αγωνίστηκε στον τελικό του Κόπα Λιμπερταδόρες.[5] Η μεταγραφή του στην Μπόκα Τζούνιορς έγινε από τον εμβληματικό προπονητή για το σύλλογο Χουάν Κάρλος Λορένζο ο οποίος υποστήριξε πως ο Ρότσα τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής της Μπόκα και το κορυφαίο δεκάρι στη χώρα.
Χαρακτήρισε τη μεταγραφή του Ρότσα στην Ελλάδα ως μια από τις πιο επιτυχημένες κινήσεις του συλλόγου καθώς αγόρασαν το Ρότσα για 2 πέσος και εκτίναξαν την αξία του πουλώντας τον για εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια.[6]
Το Δεκέμβριο του 1979 μεταγράφηκε στον Παναθηναϊκό, όπου έπαιξε μέχρι το τέλος της καριέρας του το 1989. Αρχικά παρουσιάστηκε ως ομογενής με το όνομα Μπουμπλής, όμως υπήρξαν ενστάσεις από τον Ολυμπιακό για πλαστογραφία και για το λόγο αυτό ο Ρότσα αγωνίστηκε ως ξένος έως τη συμπλήρωση των απαιτούμενων ετών στην Ελλάδα, οπότε και απέκτησε την ελληνική υπηκοότητα.
Ιδίως την περίοδο 1981-82 οι «αιώνιοι» βρέθηκαν σε μια συνεχόμενη διαμάχη για τον παίκτη. Στην υπόθεση, που κατέληξε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ενεπλάκησαν μάλιστα ο γενικός γραμματέας Αθλητισμού Κίμων Κουλούρης (υπέρ της θέσης του Παναθηναϊκού για την ελληνικότητα του Μπουμπλή) και ο σύμβουλος Επικρατείας και μετέπειτα υπουργός Δικαιοσύνης Γεώργιος Κουβελάκης (που αποφάνθηκε ότι δεν υπήρχε Μπουμπλής, αλλά μόνο Ρότσα).[
Την επόμενη περίοδο ο Ρότσα άνοιξε το σκορ στο ντέρμπι με το Ολυμπιακό, στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος ξεκινώντας με τον καλύτερο τρόπο τη χρονιά. Μεταξύ των 2 ομάδων υπήρξε όμως τεταμένο κλίμα λόγω της μεταγραφής των Γαλάκου, Κυράστα στον Παναθηναϊκό. Στις 13 Ιανουαρίου1982, μετά την ήττα του με 3-2, από τον Παναθηναϊκό για το κύπελλο, ο Ολυμπιακός έκανε ένσταση για τη συμμετοχή του Ρότσα με συνέπεια το ΑΣΕΑΔ να ακυρώσει το δελτίο του ποδοσφαιριστή.[9] Η απώλεια του Ρότσα και το όλο κλίμα που δημιουργήθηκε επηρέασαν αρνητικά τον Παναθηναϊκό καθώς από πρωτοπόρος του πρωταθλήματος αναδείχθηκε 2ος στο πρωτάθλημα. Επίσης στερήθηκε τις υπηρεσίες του Ρότσα από τον αγώνα μπαράζ με τον Ολυμπιακό στο Βόλο που έκρινε τον πρωταθλητή αλλά και από το νικηφόρο τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας.
Το Δεκέμβριο του 1982 η ΕΠΟ αποφάσισε να επιτρέψει τη συμμετοχή του Ρότσα στο πρωτάθλημα και ο αθλητής επανεμφανίστηκε με τον Παναθηναϊκό στις 19 Δεκεμβρίου λίγο πριν συμπληρώσει ένα έτος εκτός γηπέδων. Την επόμενη χρονιά ο Ρότσα κατέκτησε το νταμπλ με τον Παναθηναϊκό. Ήταν 3ος σε συμμετοχές (28) με τον Παναθηναϊκό στο πρωτάθλημα και σημείωσε το πρώτο του γκολ στο Κύπελλο Ελλάδας στις 23 Μαΐου1984 στον ημιτελικό εναντίον του Εθνικού, ενώ αγωνίστηκε ως βασικός στον τελικό.
Η περίοδος 1984-85 υπήρξε μια από τις πιο αποδοτικές στην καριέρα του στην Ελλάδα. Με την απόκτηση του Βέλιμιρ Ζάετς από τον Παναθηναϊκό ο Ρότσα συνάντησε τον ιδανικό παρτενέρ στο χώρο της μεσαίας γραμμής και οι δυο τους αποτέλεσαν ένα δίδυμο που ανέβαζε σε υψηλό επίπεδο τον αγωνιστικό ρυθμό της ομάδας. Ο Ρότσα ήταν πρώτος σε συμμετοχές στο πρωτάθλημα (30) δίχως να απουσιάσει σε κανένα αγώνα. Το γκολ του στον πρώτο ημιτελικόκυπέλλου στο 2-0 επί του ΠΑΟΚ δεν στάθηκε αρκετό για την πρόκριση. Στο Κύπελλο Πρωταθλητριών το γκολ που σημείωσε επί της Φέγενορντ στη νίκη του Παναθηναϊκού με 2-1 έδωσε την πρόκριση στις 3 Οκτωβρίου του 1984. Το ίδιο συνέβη στις 7 Νοεμβρίου του 1984 στην Βόρειο Ιρλανδία όταν με γκολ του Ρότσα ο Παναθηναϊκός μείωσε σε 3-2 και απέκτησε σκορ πρόκρισης στο αγώνα με αντίπαλο τη Λίνφιλντ που ολοκληρώθηκε με 3-3. Στον πρώτο ημιτελικό του Κυπελλου Πρωταθλητριών ενώ ο αγώνας απέναντι στη Λίβερπουλ, στο Άνφιλντ, ήταν ισόπαλος χωρίς γκολ ο διαιτητής Γιαν Κάιζερ αρνήθηκε να μετρήσει το γκολ το γκολ που σημείωσε ο Ρότσα στο 11ο λεπτό του αγώνα.
Κατά την περίοδο 1985-86 ο Ρότσα πανηγύρισε το 2ο του νταμπλ στην Ελλάδα. Στο πρωτάθλημα σημείωσε ένα από τα γκολ του στην πιο ευρεία νίκη του Παναθηναϊκού με 5-0 επί του ΠΑΟΚ. Στο Κύπελλο αγωνίστηκε στην επικράτηση με 4-0 επί του Ολυμπιακού στον τελικό. Την επόμενη περίοδο οι τραυματισμοί των Ρότσα, Ζάετς, Σαργκάνη δεν επέτρεψαν στον Παναθηναϊκό να διακριθεί.
Την αγωνιστική σεζόν 1987-88 ο Παναθηναϊκός είχε επικρατήσει στον α΄ γύρο με σκορ 1-4 επί του Ολυμπιακού και ενώ στο παιχνίδι του β΄ γύρου στις 6 Μαρτίου1988 ο Ολυμπιακός έδειχνε ικανός να επικρατήσει προηγούμενος με 1-0, ο Ρότσα ισοφάρησε σκοράροντας για δεύτερη φορά στην καριέρα του σε ντέρμπι αιωνίων. Αγωνίστηκε επίσης ως βασικός σε όλο τον αγώνα του τελικού κυπέλλου Ελλάδας απέναντι στον Ολυμπιακό τον οποίο κέρδισε ο Παναθηαίκός στα πέναλτι με 4-3 (2-2). Στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ εκτέλεσε το φάουλ από το οποίο προήρθε το γκολ του Δημήτρη Σαραβάκου στο 1-0 επί της Γιουβέντους, τραυματίστηκε όμως σοβαρά στην εξέλιξη του αγώνα από αντιαθλητικό χτύπημα του Μάουρο. Αγωνίστηκε επίσης στη μεγάλη ανατροπή και πρόκριση με 5-1 επί της Χόνβεντ Βουδαπέστης.
Η περίοδος 1988-89 ήταν η τελευταία της αθλητικής καριέρας του Χουαν Ραμόν Ρότσα. Στις 26 Οκτωβρίου1988 αγωνίστηκε για τελευταία φορά στην Ευρώπη ενάντια στη Σρέντετς στη Σόφια. Στο πρωτάθλημα Ελλάδας αγωνίστηκε σε 20 αγώνες και σημείωσε 1 γκολ εναντίον της Δόξας Δράμας στις 15 Ιανουαρίου του 1989 το οποίο ήταν και το τελευταίο της καριέρας του. Στις 11 Μαΐου1989 κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδας εναντίον του Πανιωνίου.
Προπονητής
Μετά την αποχώρησή του από τα γήπεδα ασχολήθηκε με την προπονητική, αναλαμβάνοντας τον Α.Ο. Πανηλειακός (1989-90), τον Ηλυσιακό, την Καλαμάτα και την Ξάνθη. Στις 12 Μαρτίου του 1994 ο Ίβιτσα Όσιμ απομακρύνθηκε από την τεχνική ηγεσία του Παναθηναϊκού 6 αγωνιστικές πριν το τέλος της περιόδου 1993-94 και ο Ρότσα κλήθηκε να αντικαταστήσει.
Μετά την άφιξη του Ρότσα ο Παναθηναϊκός σημείωσε 8 νίκες επικρατώντας όλα τα εναπομείνοντα ματς, μεταξύ των οποίων ήταν και ο τελικός κυπέλλου εναντίον της ΑΕΚ. Στους 3 πρώτους αγώνες με το Ρότσα ο Παναθηναϊκός σημείωσε ευρείες νίκες με τους Ηρακλή (3-0), Λάρισα (5-0) και Δόξα (8-0) κερδίζοντας την εμπιστοσύνη του Παναθηναϊκού που αποφάσισε να τον διατηρήσει στη θέση του. Ο Ρότσα προχώρησε σε σημαντικές αλλαγές στο αγωνιστικό πλάνο του Όσιμ, βάζοντας τη δική του σφραγίδα στην ανάμορφωσή της. Καθιέρωσε το Μπορέλι που βρισκόταν υπό αμφισβήτηση και πιθανή παραχώρηση όπως επίσης και τους Γ.Σ. Γεωργιάδη, Γ.Χ. Γεωργιάδη, Δώνη, Καπουράνη στους οποίους έδωσε διαφορετικούς ρόλους όπως συνέβη και με την τοποθέτηση του Αποστολάκη ως αμυντικό χαφ.[10]
Πριν από την έναρξη της επόμενης περιόδου ο Παναθηναϊκός κατακτά το Σούπερ καπ τον Αύγουστο του 1994 επικρατώντας επί της ΑΕΚ με 3-0. Στο τέλος της περιόδου 1994-95 κατέκτησε και νταμπλ. Στο πρωτάθλημα τερμάτισε πρώτος με 16 βαθμούς διαφορά από το 2ο Ολυμπιακό, σημειώνοντας 83 γκολ ενώ σε επικράτησε σε 5 αγώνες σημειώνοντας 5 τέρματα και σε 2 σημειώνοντας 6. Για να φτάσει στον τελικό του κυπέλλου Ελλάδας χρειάστηκε να επικρατήσει με σκορ 2-3 επί του Ολυμπιακού στο Καραϊσκάκη. Στον τελικό κυπέλλου επικρατώντας επί της ΑΕΚ με 1-0 κατάκτησε το τρόπαιο. Έχοντας νικήσει με 3-0 κατά τη διάρκεια του πρωταθλήματος συμπλήρωσε τις 4 νίκες απέναντι στην ΑΕΚ σε ένα έτος (20/4/1994 - 19/4/1995).
Ο Ρότσα απομακρύνθηκε από τον Παναθηναϊκό στις 13 Οκτωβρίου1996, έχοντας νωρίτερα αποκλειστεί από τους προκριματικούς του Τσάμπιονς Λιγκ και του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ από τις Ρόσενμποργκ ΜΚ και Λέγκια αντίστοιχα. Στη συνέχεια διετέλεσε προπονητής του Άρη, της Ξάνθης, του Ηλυσιακού και του Ολυμπιακού Λευκωσίας.
Από το 2008 ανέλαβε την τεχνική ηγεσία των τμημάτων υποδομής του Παναθηναϊκού, κατακτώντας ένα πρωτάθλημα παίδων το 2009 και ένα πρωτάθλημα νέων το 2012. Στις 14-11-2012 ανέλαβε και πάλι την ομάδα ανδρών, μετά την παραίτηση του Ζεσουάλδο Φερέιρα.
Το καλοκαίρι του 2019 ανέλαβε την ομάδα του ΑΣ Θεσπρωτού Ηγουμενίτσας , η οποία αγωνίζεται στην γ' εθνική κατηγορία Ελλάδος .