create your own banner at mybannermaker.com!

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

ΣΕ ΑΠΟΛΥΤΗ ΚΑΤΑΞΙΩΣΗ
 ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΠΑΣΚΕΤ

Γράφει ο Γιώργος Λιβέρης

Ο Σύλλογος των Παλαιμάχων Αθλητών του Παναθηναϊκού όλων των Σπορ, ο επίσημος φορέας των Βετεράνων Πρωταθλητών του Ομίλου και φυσικά περισσότερο από όλους οι παλαίμαχοι Μπασκετμπολίστες, νοιώθουν υπερηφάνεια με τη Χρυσή επικράτηση των Εφήβων μας στην Ευρώπη.

Διάχυτη η γιορτινή ατμόσφαιρα στο Μπάσκετ του Παναθηναϊκού για το γεγονός πως για ακόμη μία φορά και σε παραδοσιακή συνέχεια, σε Εθνική μας Ομάδα, οι παίκτες του Συλλόγου, αποτελούσαν τους στυλοβάτες, το κυρίαρχο κεφάλαιο, στην μεγαλειώδη αυτή επιτυχία.
Είναι η ευθύνη της ιστορίας του Παναθηναϊκού που βαραίνει κάθε Διοίκηση του και την αναγκάζει να ασπάζεται τις διαχρονικά υψηλά υπάρχουσες υποχρεώσεις του Συλλόγου, ώστε να αναζητά τα ταλέντα, να ανακαλύπτει τα μεγαλύτερα και να τα φέρνει στην πανευρωπαϊκής ποιότητας Πράσινη αγκαλιά.

Από την εποχή – ακριβώς εδώ και 94 χρόνια – που οι Αθλητές του Παναθηναϊκού δημιούργησαν «Πύλη Μπάσκετ» στο Καλλιμάρμαρο Στάδιο η Εθνική ιστορία της Καλαθοσφαίρισης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον Σύλλογο μας.
Το 1921 ήταν οι Απόστολος Νικολαϊδης, Γιώργος Καλαφάτης, Λουκάς Πανουργιάς, Αθανάσιος Αραβοσιτάς κ.α που πρωτοπαρουσίασαν το Μπάσκετ στην Αθήνα.
Το 1949 ήταν οι Γιάννης Λάμπρου, Μίσας Πανταζόπουλος, Νίκος Μήλας, Στέλιος Αρβανίτης, Τζακ Νικολαϊδης κ.α που αποτελούσαν τον κορμό της Εθνικής Ομάδος, αυτής που έφερε την πρώτη μεγάλη διάκριση. Το χάλκινο Μετάλλιο στους Ευρωπαϊκούς του Μπάσκετ.

Ακόμη και συλλογικά, πριν φθάσουμε στο γαλαξιακό σύμπαν του ουρανού της Ευρώπης και των 6 Χρυσών κατακτήσεων, υπήρξαν λαμπρές δεκαετίες που χαρακτηρίζουν και πιστοποιούν τη συγκεκριμένη μεγαλειώδη τροχιά του Παναθηναϊκού με ονόματα – προσωπικότητες του διεθνούς Μπάσκετ. Όχι διάττοντες αστέρες ή κομήτες, αλλά μοναδικοί παίκτες που άφησαν τη μεγάλη σφραγίδα τους: Φαίδων Ματθαίου, Γιώργος Κολοκυθάς, Κώστας Πολίτης, Απόστολος Κόντος, Γιώργος Βασιλακόπουλος, Τάκης Κορωναίος, Δημήτρης Κοκολάκης, Ντέιβιντ Στεργάκος, Νίκος Γκάλης, Φραγκίσκος Αλβέρτης, Δημήτρης Διαμαντίδης κ.α. μεγαλούργησαν στην τεράστια ζεστή αγκαλιά του Παναθηναϊκού που ξέρει να επιλέγει, να εμπνέει και να αναδεικνύει.

Και σήμερα, σε δυσαρμονία με την υπάρχουσα κοινωνική κρίση, που καλώς ή κακώς είναι ακόμη μεγαλύτερη στον Αθλητισμό, ο Παναθηναϊκός έχει την δύναμη και την αγάπη, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί τον τρόπο να συγκεντρώνει τους αρίστους καθώς διαθέτει τη γνώση.
Όταν μεγάλοι σύλλογοι του παρελθόντος, έχουν μοιραία διαρρήξει τις σχέσεις τους με το Μπάσκετ, ο Παναθηναϊκός κρατά άσβεστο το μήνυμα ενότητας του Συλλόγου με την Εθνική μας, προς χάριν του Αθλήματος Συμβόλου, με τις περισσότερες διακρίσεις για την Ελλάδα. Που βρίσκονται ο Πανελλήνιος, ο Τρίτων, το Σπόρτινγκ, ο Εθνικός ΓΣ, το Παγκράτι, ο Αμύντας, η ΧΑΝΘ, το Μαρούσι, το Περιστέρι; Χαμένοι σύλλογοι στην ανυπαρξία…
Εδώ ακριβώς διαγράφεται η αέναη και αδιάσπαστη ηγετική φυσιογνωμία του Παναθηναϊκού που σε μία σταθερή πανελλήνια εκστρατεία ακούραστα συγκεντρώνει ότι καλύτερο υπάρχει, το εντάσσει στο υψηλό επίπεδο του και το φέρνει «μασημένη τροφή» στην Εθνική Ομάδα, για να την κρατά πολύ ψηλά.

Τα πολλά λόγια είναι φτώχια. Τα παραδείγματα συγκλονιστικά. Όταν γεννιόταν τον Ιανουάριο του 1997 ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, ο Παναθηναϊκός ήταν ήδη διάσημος στην Ευρώπη σε Ποδόσφαιρο και Μπάσκετ. Όταν το 2013 ο Παναθηναϊκός «άρπαξε» τον Βασίλη, στην ουσία τον απέσπασε από το Τάε Κβο Ντο, την κολύμβηση και το βόλεϊ. Είχε την δύναμη να τον πείσει να το κάνει. Το αποτέλεσμα φάνηκε πολύ γρήγορα. Φυσικά η νίκη και η δόξα δεν έρχονται με αυτόματο πιλότο. Θέλουν ταλέντο και δουλειά.
Από την άλλη ο Μιχάλης Λούντζης, είναι ακόμη μικρότερος. Γεννήθηκε σε σημαδιακή ημερομηνία. Στις 4 Αυγούστου του 1998 και ουδόλως δυσκολεύτηκε να βρει τον δρόμο του προς το Μπάσκετ. Όχι μόνο καθώς ψήλωνε πολύ γρήγορα αλλά γιατί ο πατέρας του έπαιζε Μπάσκετ στον Άλιμο και η μητέρα του επίσης Μπάσκετ στον Πρωτέα Βούλας. Πήρε τα πρώτα του μαθήματα στον Κρόνο Αγίου Δημητρίου και με προτροπή όλων, μεταξύ των οποίων και των προπονητών Κώστα Ρέπα και Τάσου Κανταρτζή γράφτηκε το 2014 στον Παναθηναϊκό, για να βρει εκεί τη σωστή κατεύθυνση προς τους τίτλους και την εθνική καταξίωση.
Ο δρόμος τώρα είναι ανοικτός και βέβαια όχι μόνο για του δύο αυτούς.

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

ΑΡΣΗ ΒΑΡΩΝ




Η Κατάκτηση του πρώτου τίτλου του Α' Παννεληνίου Πρωταθλήματος της Άρσης βαρών από την Ομάδα του Παναθηναϊκού ...στο κέντρο με το Ομαδικό Κύπελλο 
ο δημιουργός του τμήματος και Έφορος Μιχάλης Πανόπουλος

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015

Βούλα ποτέ δεν σε ξεχνάμε! Πατουλίδου: "Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο".



ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

"Για την Ελλάδα ρε γαμώτο"! Σαν σήμερα η Βούλα Πατουλίδου μας πήγε στον ουρανό της Βαρκελώνης!


Ήταν 6 Αυγούστου του 1992 όταν η Βούλα Πατουλίδου κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στα 100μ. εμπόδια με επίδοση 12.64. στους Ολυμπιακούς αγώνες της Βαρκελώνης. Δείτε το βίντεο!

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015


ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΜΥΓΙΑΚΗΣ
Ο ΜΟΝΟΣ ΧΡΥΣΟΣ ΣΤΗ ΠΑΛΗ


Η άγνωστη ιστορία της νίκης του
στα 62 κιλά της Ελληνορωμαϊκής
το 1980 στους Ολυμπιακούς Αγώνες
της Μόσχας.

          Κείμενο Γιώργου Λιβέρη
         
Ο Στέλιος Μυγιάκης γεννήθηκε το Μάιο του 1952 στο Ρέθυμνο αλλά στη παλαιστική κυψέλη του Εθνικού Γ.Σ στην Αθήνα γνώρισε, από τα εφηβικά του χρόνια τη ζωή και τον αθλητισμό. Στο «ταπί» του συλλόγου έμαθε τα μυστικά της ελληνορωμαϊκής στην παρέα του Νίκου Μπίρη, Γιώργου Πετμεζά, Πέτρου Γαλακτόπουλου, Δημήτρη Σάββα, Βασίλη Γανωτή και βεβαίως των αφών Αρκουδέα.
          Ο Στέλιος είχε την ευτυχία να μετάσχει 4 φορές στους Ολυμπιακούς Αγώνες αλλά μια φορά να αναδειχθεί Χρυσός. Έτσι έγινε ο μόνος Έλληνας Χρυσός Ολυμπιονίκης στην Ελληνορωμαϊκή και γενικά στην Πάλη.
          Πρώτη συμμετοχή του Μυγιάκη στους Ολυμπιακούς Αγώνες ήταν το 1972 στο Μόναχο (πάντα στα 62 κιλά) όπου παρά την απειρία του – ήταν μόλις 20 χρονών – έκανε 5 νίκες και κατετάγη 7ος. Το 1976 στο Μόντρεαλ ήταν φοβερά άτυχος. Αφού αρχισε με νίκες επί του Τούρκου Ουζάλ και του Σουηδού Μάλκβιστ κληρώθηκε με τον μετέπειτα ασημένιο νικητή Νέλσονα Νταβιντιάν (ΕΣΣΔ) και ακολούθως με τον φοβερό μετέπειτα χρυσό νικητή Καζιμίρ Λίπιεν (Πολωνία) που τα 3 προηγούμενα χρόνια (1973 – 74 – 75) είχε αναδειχθεί πρώτος παγκόσμιος πρωταθλητής.
          Στη Μόσχα το 1980 ο Μυγιάκης στα 28 χρόνια του ήταν μεστός από πείρα και πάθος για διάκριση. Ιδιαίτερα τον εμψύχωνε και ο Γαλακτόπουλος, ο ανίκητος «Πετράν».
          Πριν φθάσει στον τελικό ο Μυγιάκης είχε κάνει 4 θαυμάσιες νίκες με τους Γκιουλάμ (Αφγανιστάν) τον παλαιό αντίπαλο από το 1976 Σουηδό Μάλκβιστ, τον Μπόρις Κραμορένκο (ΕΣΣΔ) και τον Καζιμίρ Λίπιεν ενώ είχε και ένα «μπάι». Δεν ήταν εύκολοι αντίπαλοι αυτοί. Βέβαια ο Λίπιεν ήταν πλέον 31 ετών αλλά για τους ανατολικούς οι ηλικίες μικρό ρόλο παίζανε τότε. Ο Κραμορένκο ήταν πολύ δυνατός και το προηγούμενο βράδυ ο Μυγιάκης δεν μπορούσε να κοιμηθεί από την αγωνία του.
Στον τελικό η μοίρα τα έφερε να παίζει με τον Ούγγρο Ιστβαν Τοτ, ο οποίος μπορούμε να πούμε ότι ήταν του χεριού του γιατί πάντα  τον νικούσε. Αλλά στον τελικό της Μόσχας ο Τοτ είχε καλύτερα συνολικά σημεία και έκανε παιχνίδι τακτικής. Να μην χάσει, να έρθουν ισοπαλία ή να μην παλεύουν σύμφωνα με τους κανονισμούς και να αποκλεισθούν και οι δυο. Αυτό τον ευνοούσε.
Στη μεγάλη αίθουσα του αγώνα, το «ταπί», δηλαδή η παλαίστρα ήταν στη μέση και στη μια πλευρά είμαστε κάπου 15 Έλληνες δημοσιογράφοι. Ο Τοτ δεν πάλευε αλλά έσπρωχνε. Ο Μυγιάκης προσπαθούσε να τον πιάσει αλλά αυτός έφευγε. Μοιραίο ήταν να δεχθεί ποινή (πασίβ) ο Τοτ καθώς δεν αγωνιζόταν. Αλλά αυτό δεν τον φόβισε και συνέχισε την τακτική του. Έτσι ο πλαϊνός κριτής σήκωσε το χέρι του, σήμα για νέα ποινή. Αλλά ο διαιτητής δεν συμφωνούσε και άφηνε τον Τοτ να σπρώχνει ή να φεύγει. Και ενώ ο Πέτρος Γαλακτόπουλος είχε αγανακτήσει στη γωνία με τον διαιτητή ξαφνικά αυτός σηκώνει το χέρι του. Μόλις το βλέπω κατάλαβα ότι πήραμε το Χρυσό, διότι καθώς ήμουν κριτής πάλης, γνώριζα τη συνέχεια, ότι πλέον συμφωνούσε και ο διαιτητής με τον κριτή. Πετάγομαι επάνω στα έδρανα και βάζω τις φωνές. Με βλέπουν οι άλλοι συνάδελφοι δημοσιογράφοι και σκέπτονται (όπως μου είπαν μετά), «κάτι κατάλαβε ο Λιβέρης, άρα πήραμε το Χρυσό»  και πετάγονται και εκείνοι με φωνές.
          Το πρώτο Χρυσό στην ιστορία της Ελληνικής Πάλης ήταν γεγονός.
          Μετά τον αγώνα ο Στέλιος Μυγιάκης δήλωσε στους δημοσιογράφους.
          «Ήταν η πιο ωραία στιγμή της ζωής μου. Χρόνια κούρασης και στερήσεων ανταμείφθηκαν. Η υπερέντασή μου ήταν τρομερή. Ο Τοτ πάντα έχανε από εμένα και δεν φοβήθηκα παρόλο που ήξερα πως ήθελε να ακυρωθούμε και οι δυο. Απλά ανησυχούσα μήπως πληρώσω τη φοβερή κούραση που ένοιωθα».
          Η κατάταξη του τελικού των 62 κιλών στη Μόσχα:
1.    Μυγιάκης (Ελλάς)
2.    Τοτ (Ουγγαρία)
3.    Κραμορένκο (ΕΣΣΔ)
4.    Φίρτζιτς (Γιουγκοσλαβία)
5.    Κίροφ (Βουλγαρία)
6.    Λίπιεν (Πολωνία)
7.    Κάρουτ (Συρία)
8.    Βεϊσάντα (Τσεχοσλοβακία)
Το βράδυ μετά το Χρυσό ο Στέλιος Μυγιάκης με τον προπονητή του Πέτρο Γαλακτόπουλο μέθυσαν με Βότκα.

Σαν σήμερα στους Ολυμπιακούς του Λος Άντζελες ο Μπάμπης Χολίδης κατακτά το χάλκινο μετάλλιο

04 Αύγουστος 2012. Αναρτημένο Αθλητικές ιστορίες
Χολίδης Μπάμπης


Γεννήθηκε την 1 οκτωβρίου του 1956 στο Καζακστάν της πρώην ΕΣΣΔ.Στις 8 Ιουνίου 1965 με τους γονείς του Δημήτρη και Ελένη, τον αδελφό του Χρήστο ο οποίος επίσης ασχολήθηκε με την πάλη και τις αδελφές του Μαρία και Δέσποινα, αντίκριζαν για πρώτη φορά την ...
....μητέρα πατρίδα. Εγκαταστάθηκαν στην Καλλιθέα και γράφτηκε στο 3ο δημοτικό σχολείο της πόλης. Δεν έμεινε όμως για πολύ στα γράμματα.
Το 1968 τον τράβηξε η πάλη και ο Άτλαντας, στον οποίο έβρισκαν καταφύγιο οι περισσότεροι Πόντιοι κατά την επιστροφή τους στην πατρίδα. Όπως θυμάται "όλοι οι συνομήλικοι που ήρθαμε μαζί από την πρώην ΕΣΣΔ, ασχοληθήκαμε με την πάλη.
Πηγαίναμε τα απογεύματα και προπονούμαστε στο στάδιο Καραϊσκάκη υπό τις οδηγίες του Παράσχου Μπόρα, κορυφαίο προπονητή στην ιστορία της ελληνικής πάλης".
Ο Χολίδης όταν αγωνίσθηκε για πρώτη φορά στην κατηγορία των παίδων, ζύγιζε μόλις 24 κιλά. Αν και μικροκαμωμένος δεν άργησε να δείξει το ταλέντο του Το 1971 αναδείχθηκε στη Θεσσαλονίκη πρωταθλητής Ελλάδας στους άνδρες στην κατηγορία των 48 κιλών. Η στιγμή ήταν μοναδική για να φύγει από το μυαλό του. "Ήμουνα μόλις 15 χρονών και ζύγιζα 44 κιλά. Στον τελικό νίκησα όμως τον Σωτήρη Βέτα ο οποίος τέσσερις μήνες νωρίτερα είχε κατακτήσει την 4η θέση στο παγκόσμιο πρωτάθλημα της Σόφιας".
Το 1972 ο Γεώργιος Πετμεζάς εμπιστεύθηκε στον Χολίδη μια θέση στην εθνική ομάδα. "Είχα την ευτυχία ο πατέρας μου να αγαπάει τον αθλητισμό και όταν κλήθηκα στην εθνική δεν με άφησε να ξαναπάω στην οικοδομή. Οταν μάλιστα σταμάτησα το σχολείο, ήμουνα πρωί - βράδυ με τον Πετμεζά". Κάπως έτσι, με πολύ δουλειά και θυσίες, ανδρώθηκε ο αθλητής ο οποίος έμελλε να τιμήσει και με το παραπάνω τα ελληνικά χρώματα.
Το 1976 σε ηλικία 19 χρόνων συμμετείχε στην ελληνική αποστολή που ταξίδεψε στον Καναδά για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μόντρεαλ. Είχε ήδη στη συλλογή του ένα χάλκινο μετάλλιο ευρωπαϊκού πρωταθλήματος (1976 - Λένινγκραντ), αλλά δεν ήταν αρκετό για να φοβίσει τους αντιπάλους του. "Ήμουνα παιδί πάνω στην ανάπτυξη και χρειάστηκε παραμονές των αγώνων να χάσω 11 κιλά για να αγωνισθώ στην κατηγορία των 52 κ. Αν ανέβαινα κατηγορία ίσως να πήγαινα καλύτερα" τονίζει.
Το ίδιο λάθος επαναλήφθηκε το 1980 στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μόσχας. Έχασε και πάλι πολλά κιλά και ο οργανισμός του δεν άντεξε. Έκτοτε έβαλε μυαλό. Άρχισε να παλεύει στα 57κ. και οι διακρίσεις δεν άργησαν να έρθουν. Το 1984 στο Λος Αντζελες αγωνίσθηκε στον μικρό τελικό με αντίπαλο τον Ρουμάνο Νικολάι Ζαφίρ. Τον νίκησε με 1-0 κατακτώντας το χάλκινο μετάλλιο.
"Είχα ήδη αποκτήσει τεράστιες εμπειρίες. Το μόνο που έλειπε από τη συλλογή μου ήταν ένα ολυμπιακό μετάλλιο. Δεν θα συγχωρούσα τον εαυτό μου αν έχανα από τον Ρουμάνο. Είχα κάνει το λάθος νωρίτερα όταν έπαιξα συγκρατημένα με τον αθλητή από την Ιαπωνία και έμεινα εκτός μεγάλου τελικού παραχωρώντας ισοπαλία 6-6". Μεγάλος μαχητής και σίγουρος για τις δυνατότητές του, ακολούθησε το 1988 την ελληνική αποστολή για τους Ολυμπιακούς αγώνες της Σεούλ, παρά το γεγονός ότι προέρχονταν από σοβαρό τραυματισμό
"Πήγα στη Σεούλ ουσιαστικά με ένα πόδι.
Το 1987 υποβλήθηκα σε δύο εγχειρήσεις και είχαν τοποθετηθεί 4 λάμες στην επιγονατίδα. Δεν ήθελα όμως να χάσω τους Ολυμπιακούς Αγώνες και για το λόγο αυτό μετά την εγχείρηση πήρα μέρος στο πρωτάθλημα Ευρώπης αποκλειστικά και μόνο για να κατοχυρώσω το δικαίωμα συμμετοχής στην κορυφαία γιορτή του πλανήτη.
Το Σεπτέμβριο του 1988 ήμουνα σε καλή κατάσταση και στον μικρό τελικό νίκησα τον Βούλγαρο Στόγιαν Μπάλοφ". Ο αγώνας με τον Βούλγαρο ήταν το κύκνειο άσμα για τον μικροκαμωμένο παλαιστή με το περίσσιο θράσος. Ήταν τρίτος στο παγκόσμιο πρωτάθλημα το 1978 και το 1986. Δεύτερος στα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα του 1983 και 1986.
Κατέκτησε χάλκινο μετάλλιο στο παγκόσμιο κύπελλο το 1982, ασημένιο το 1983 και χρυσό το 1985, ενώ αναδείχτηκε Μεσογειονίκης το 1975 και 1979. Ο ίδιος δηλώνει ότι μπορούσε να πετύχει περισσότερα.
"Αν είχα προπονηθεί σε μια καλύτερη σχολή πάλης, όπως ήταν η σοβιετική ή της Βουλγαρίας, για 10 χρόνια δεν θα με κέρδιζε κανένας στον κόσμο.
Οι συνθήκες στην Ελλάδα δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές και εγώ είμουνα εκείνος ο οποίος μάθαινα τεχνική στους συναθλητές μου" τονίζει.
Ο Έλληνας Ολυμπιονίκης θεωρεί κορυφαίο παλαιστή όλων των εποχών τον χρυσό Ολυμπιονίκη της Μόσχας στην κατηγορία του, τον Τσέρικοφ, ο οποίος αυτοκτόνησε πριν λίγα χρόνια.
"Χόρευε στο ταπί όπως ο Νουρέγεφ" υπογραμμίζει.
Ο αστυφύλακας Μπάμπης Χολίδης, τίτλος που του απονεμήθηκε από την Ελληνική Αστυνομία για την επιτυχία του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1984, το 1989 επέστρεψε στον Άτλαντα Καλλιθέας για να αρχίσει προπονητική καριέρα.
Το 1990 ανέλαβε προπονητής της εθνικής ομάδας των παίδων και το 1996 οδήγησε μαζί με τον Γιώργο Ποζίδη την εθνική ομάδα των ανδρών στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα.
Στη συνέχεια εργάστηκε ως συνεργάτης του Ρώσου Γκενάντι Σαπούνοφ στην εθνική ομάδα ανδρών της ελληνορωμαϊκής.
Από το 1998 έως το 2000 διετέλεσε πρώτος προπονητής στην εθνική ανδρών σε συνεργασία με τον Δημήτρη Θανόπουλο και τον Αριστείδη Γρηγοράκη.
ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ:
1976, 1980, 1984 (3ος), 1988 (3ος)
ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΜΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ:
3ος στο Παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1978 και του 1986, 2ος στο Ευρωπαϊκό του 1983 και του 1986, 3ος στο Ευρωπαϊκό του 1976, Μεσογειονίκης: 1975, 1979

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Ksespasma Obradovic meta to mats me Prokom


ΔΕΙΤΕ ΣΤΟ
http://www.panathinaikoskosmos.com/177799/oi-kalyteroi-plavi-sthn-istoria-tou-panathhnaikoy/

Νο1 – Ζέλικο Ομπράντοβιτς

Τα λόγια, τα περιστατικά και οι πολλές κουβέντες χάνουν πια το νόημά τους για όσους έχουν ζήσει τις μεγαλύτερες στιγμές στην ιστορία του Παναθηναϊκού. Ο Ομπράντοβιτς είναι μακράν το Νο1 και δεν χρειάζονται αναλύσεις για το πώς και το γιατί. Πέραν των τίλων, εκπαίδευσε μια ολόκληρη μπασκετική γενιά, απέδειξε γιατί το απλό είναι και το πιο δύσκολο και γράφτηκε στην ιστορία ως ο άνθρωπος που άφησε όσο κανείς άλλος το στίγμα του σε μια ομάδα.Ο Ομπράντοβιτς δεν ήταν απλά ένας σπουδαίος προπονητής. Πάνω απ” όλα ήταν ο «μεγάλος», αυτός που είχε την πρώτη και την τελευταία κουβέντα, όχι όμως με τρόπο εγωκεντρικό και εμμονικό όπως ο Μάλκοβιτς. Θα συζητούσε, θα μάθαινε από τον παίκτη του, θα εξέταζε την διαφορετική εκδοχή, αλλά στο τέλος θα έπαιρνε και την ευθύνη. Το «My name is Obradovic» που είχε αναφέρει χαρακτηριστικά στην περιβόητη συνέντευξη του αγώνα με την Πρόκομ, ήταν αυτό που πραγματικά έβγαζε στους πάντες. Ο «Ζοτς» δεν απαιτούσε τον σεβασμό, τον κέρδιζε και τον κέρδιζε γιατί είχε τις πιο πειστικές απαντήσεις στην πιο… τρελή ερώτηση των παικτών του!